Μικρές και μεγάλες ειδήσεις από την περιοχή των Σερρών το 1894

 -- Όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα Νεολόγος της Κωνσταντινούπολης στις 13.01.1894, οι μουσουλμάνες Σερραίες με επικεφαλής τη σύζυγο του Χακκή πασά (αρχηγού του στρατιωτικού σώματος των Σερρών) με συνδρομές είχαν καταφέρει να συλλέξουν 612 χειμερινούς χιτώνες για τους στρατιώτες της περιοχής.

-- Εννιά μέρες αργότερα η ίδια εφημερίδα ενημέρωνε ότι στο διοικητή των Σερρών, Χαμδή βέη, είχε απονεμηθεί το παράσημο Μετζηδιέ β΄ τάξης.

-- Στις αρχές Απριλίου, υποδιοικητής Μελενίκου  της διοίκησης Σερρών διορίστηκε ο τέως Κιζίλ Κιλίσε, Οσμάν Νουρή βέης.

-- Στα της ελληνικής κοινότητας, φαίνεται ότι ο Αλοΐσιος Πόγγης δεν κέρδισε τις καρδιές όλων των Σερραίων ασκώντας τη διεύθυνση του ελληνικού προξενείου. Στις 2 Μαΐου 1894 η Εφημερίς των Συζητήσεων δημοσίευσε μια εκτενέστατη επιστολή Σερραίου, η οποία περιέγραφε την πλήρη απαξίωση του Έλληνα προξένου τόσο από τους προκρίτους όσο και από τον απλό λαό. Διαβάζουμε κάποια αποσπάσματα:

«Αφ’ ης ημέρας ο κ. Πόγγης ανέλαβε την διεύθυνσιν του Προξενείου, οκτάμηνον ήδη διέρρευσε και καθ’ όλον τούτο το χρονικόν διάστημα, ούτε κατά τας Κυριακάς ούτε κατά τας άλλας εορτάς και αυτάς ακόμη τας επισήμους Εθνικάς εφάνη κυματίζουσα επί του προξενικού οικήματος η κυανόλευκος εθνική σημαία, [...] ενώ τα άλλα προξενεία υποδεέστερα του ελληνικού και κατά την βαθμολογικήν τάξιν και κατά το ποσόν των υπηκόων, υπερηφάνως και αξιοπρεπώς αναπεταννύουσιν εν πάση ευκαιρία τας σημαίας των οικείων κυβερνήσεων. Από της συστάσεως του προξενείου πρώτην ήδην φοράν έχομεν το ατύχημα να παριστάμεθα μάρτυρες τηλικαύτης αστοργίας του αντιπροσωπεύοντος την Ελληνικήν κυβέρνησιν. [...]. Δικαιολογείται υπό την πρόφασιν ότι δεν εύρε σημαίαν εν τω προξενικώ καταστήματι, ούτε τω εδόθη τοιαύτη (;). [...] Αλλοίμονον εάν η υπηρεσία πρόκηται να περιμένη γενναιοτέρας και σοβαρωτέρας σκέψεις παρά προξένου όστις εντός τοσούτου χρόνου δεν κατώρθωσε να εξεύρη τον τρόπον, δι’ ου θα επρομηθεύετο το προξενικόν κατάστημα την αχώριστον από της υπάρξεως αυτού σημαίαν!!!

[...] Ενώ εκείνοι [σ.σ. οι προκάτοχοί του] διά σώφρονος και λελογισμένης εργασίας κατώρθωσαν να υπερνικήσωσι μεν πλείονας δυσχερείας γνωστάς εις το Σερραϊκόν κοινόν, να εκτιμηθώσι δε υπό των τοπικών αρχών μέχρις απιστεύτου βαθμού και να αγαπηθώσιν υπό πάντων ανεξαιρέτως, ο κ. Πόγγης, αν και ουδέ το ελαχιστημόριον των δυσχερειών εκείνων εύρε, κατώρθωσε ακριβώς το αντίθετο, να χάση μεν την υπόληψιν και την εύνοιαν των αρχών, να κερδήση δε την κοινήν αντιπάθειαν και να συντελέση εις δυσεξέλικτον περιπλοκήν των ενταύθα εθνικών ημών πραγμάτων.

Αλλά και καθ’ ην στιγμήν φέρονται επί του χάρτου αι γραμμαί αύται, οι έφοροι των εκπαιδευτηρίων, και οι αντιπρόσωποι της Γεν. συνελεύσεως της κοινότητος ημών μεταβάντες εις τον πρόεδρον αυτών, τον Μητροπολίτην, απήτησαν επιμόνως παρά της Α. Σεβασμιότητος, όπως δηλώση επισήμως τω Πόγγη την απαγόρευσιν των συχνών εις τα παρθεναγωγεία ημών επισκέψεων αυτού. Είθε η Κυβέρνησις να ορίση την κατάλληλον τω κ. Πόγγη θέσιν και το κατάλληλον διά τας Σέρρας πρόσωπον».

Το Μάιο εξάλλου αφίχθηκε στις Σέρρες ο επιθεωρητής των ελληνικών προξενείων στην Ανατολή, Σακελλαρόπουλος, προκειμένου να εξετάσει τα παράπονα κατά του Α. Πόγγη.

-- Τον Μάιο σε διάφορες πόλεις της Μακεδονίας έγιναν διαδηλώσεις των Ελλήνων κατά την έκδοσης βερατίων σε Βούλγαρους αρχιερείς. Ενδεικτική της μαζικότητας της διαδήλωσης των Σερρών ήταν η περιγραφή της ελληνόφωνης εφημερίδας Φιλιππούπολις, που πρακτικά δεν είχε μεγάλη ελευθερία έκφρασης ως υποκείμενη στον έλεγχο των βουλγαρικών αρχών:

«Η εν Σέρραις γενομένη διαδήλωσις κατά των Βερατίων, περί της οποίας εγράψαμεν, υπήρξεν εξόχως επιβλητική, καθ’ ας δ’ ελάβομεν εκείθεν ειδήσεις, εξέπληξε τον διοικητήν η ευστάθεια και η ομοφροσύνη πάντων των ορθοδόξων των μετασχόντων αυτής και το πολυάριθμον αυτής.

Η εις αυτόν επιδοθείσα αναφορά υπεγράφη μετά συγκινήσεως και προθυμίας υπό πάντων ανεξαιρέτως.

Αι τέως διεστώσαι μερίδες και οι αρχηγοί αυτών ησπάζοντο αλλήλους και υπέγραφον. Υπέρ τας δύο δε χιλιάδας λαού συνώδευον την επιτροπήν την φέρουσαν την αναφοράν, ότε μετέβαινε τη προσκλήσει του Μητροπολίτου να επιδώση ταύτην τω Διοικητή.

Ο Μητροπολίτης ήτο ήδη παρά τω Διοικητή, όταν έφθασεν η επιτροπή συνοδευομένη υπό του λαού. Ο Μητροπολίτης και ο Διοικητής εξήλθον εις τον εξώστην».

Στα παρεπόμενα του συλλαλητηρίου, τις άδικες διώξεις των Ελλήνων αλλά και την ομόνοια που επήλθε στις τάξεις της ελληνικής κοινότητας χάρη σ’ αυτό, αναφερόταν επιστολή Σερραίου με ημερομηνία 28 Ιουλίου 1894, που δημοσιεύτηκε στην εκδιδόμενη στον Βόλο εφημερίδα Φωνή των Έξω Ελλήνων:

«[..] Αφ’ ης ημέρας έλαβεν χώραν η εξ όλων των κατοίκων της πόλεώς μας διαδήλωσις κατά των εκδοθέντων βουλγαρικών βερατίων, ήτις όντως ετάραξε τους κύκλους των αρμοδίων και διεσάλευσε των ενδιαφερομένων προπαγανδιστών τας εσφαλμένας πολιτικάς πεποιθήσεις, αίτινες επηρείδοντο επί όλως σαθρών βάσεων, ως εκ των υστέρων απεδείχθη, πάντες καταδιωκόμεθα αμειλίκτως. Οι ιερείς του Υψίστου συλλαμβάνονται ως αρχηγοί κομητάτων και οι διδάσκαλοι ως ενεργούντες κατά των καθεστώτων, διότι καταγγέλλονται ψευδώς εις τας στρατιωτικάς και πολιτικάς αρχάς υπό των αυστριακών πρακτόρων, οι οποίοι συντάσσουσιν ανωνύμους επιστολάς επιληψίμους προς συκοφαντίαν και εκδίκησιν των Ελλήνων.

[...] Το μόνον δε καλόν όπερ επήλθεν εν τη επαρχία ημών, και εν απάση τη λοιπή Μακεδονία εκ της εκδόσεως των βουλγαρικών βερατίων, είνε η επελθούσα αδελφοποίησις του λαού και των αντιμαχομένων πολιτικών μερίδων, όπερ γεγονός λίαν εδυσαρέστησε τους τε ρώσσους και αυστριακούς πράκτορας, οι οποίοι ως όρον απαράβατον των ενεργειών των είχον το διαίρει και βασίλευε [...]».

-- Δύο σημαντικές απώλειες για την πόλη των Σερρών τον Ιούνιο του 1894 με λίγες μέρες διαφορά ήταν οι θάνατοι: α) του ευεργέτη των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων Νικολάου Κωνσταντίνου, περισσότερο γνωστού ως Νικόλτσιος Αχινιώτης και β) του γιατρού Αθανάσιου Εμμανουήλ, ο οποίος επίσης είχε συνδράμει οικονομικά τα εκπαιδευτήρια των Σερρών συμβάλλοντας ιδιαίτερα στη σύσταση και ανέγερση του Γυμνασίου.

Με τη διαθήκη του ο Νικόλτσιος κληροδότησε τη μισή περίπου περιουσία του στο νοσοκομείο και τα σχολεία της ελληνικής κοινότητας των Σερρών, η δε κηδεία του πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη, ο δε επικήδειος λόγος, που εκφωνήθηκε από τον –ούτως ή άλλως– ευφραδή μητροπολίτη Σερρών, «εθεωρήθη υπό πάντων ως ο άριστος των λόγων όσους μέχρι τούδε ήκουσε παρά του πνευματικού αυτού πατρός το ποίμνιον».

Ο δε Αθανάσιος Εμμανουήλ υπήρξε μαθητής του περίφημου Εμμανουήλ Φωτιάδη. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου και ιατρική στη Βιέννη. Εκεί ο γνωστός καθηγητής της Ιατρικής Opolzer διακήρυξε ότι πολλά χρόνια είχε να δει τόσο λαμπρές εξετάσεις από φοιτητή.

Με αφορμή το τεσσαρακονθήμερο αρχιερατικό μνημόσυνο στις 24 Ιουλίου/5 Αυγούστου, στον Νεολόγο δημοσιεύτηκε ένας απαράμιλλος ύμνος στην προσωπικότητα του Αθανάσιου Εμμανουήλ:

«Μνήμη ευρυδέγμων, κρίσις βαθεία και εύστοχος, αντίληψις οξεία και διαυγεστάτη, πνεύμα γοργόν και εύστροφον και ευτράπελον, πολυμάθεια ευρεία, δεινότης επιστημονική και ευγλωττία γοητευτικωτάτη [...]. Κατώρθωνε να κάμνη χρήσιν εκφράσεων, αφ’ ενός μεν αποπνεουσών το ήδιστον άρωμα αρχαιοπρεπούς ελληνισμού, αφ’ ετέρου δε καταληπτών και παρ’ αυτοίς τοις αμυήτοις [...]. Πολλοί των ευφυεστάτων αυτού ρήσεων προσέλαβον χαρακτήρα παροιμιώδη. [...] Τας επιστολάς αυτού ως κειμήλια πολύτιμα τηρούσιν οι φίλοι, εν οις καταλέγεται ο επιφανής καθηγητής του πανεπιστημίου, Ι. Πανταζίδης, μεθ’ ου αδελφική αγάπη εκ νεαράς ηλικίας τον συνέδεε. Γενική πεποίθησις παρά τοις λογίοις, όσοι ηυτύχησαν να τον γνωρίσωσιν, υπάρχει, ότι εάν εξέλεγεν ευρύτερον στάδιον ή κέντρον φιλολογικής δράσεως, την μεν φήμην αυτού θα καθίστα πανελλήνιον και ευρωπαϊκήν, την δε πενιχράν ημών φιλολογίαν/ γραμματείαν θα επλούτιζε δι’ έργων διαπρεπόντων επί καλλιεπεί και ορθοεπεί αξία και σπουδαιότητι».

-- Η 5/17 Ιουλίου ήταν μια ευχάριστη μέρα για τους Σερραίους αγρότες, καθώς μετά από μια παρατεταμένη περίοδο ξηρασίας και ανομβρίας, επιτέλους έβρεξε!

Είχε προηγηθεί ένας μάλλον κρύος Ιούνιος, καθώς –σύμφωνα με ανταπόκριση στο Νεολόγο Κωνσταντινουπόλεως στις 22.06.1894– επί τουλάχιστον μία εβδομάδα το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα, οι Σέρρες είχαν «χτυπηθεί» από έναν «οχληρό» βοριά.

-- Στις 14/26 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε η κλήρωση του λαχείου, που είχε εκδώσει η εφορεία των εκπαιδευτηρίων της ελληνικής κοινότητας. Συνολικά τυπώθηκαν και πουλήθηκαν 1700 γραμμάτια (δελτία λαχείου), εκ των οποίων μόλις τα 20 διατέθηκαν στη Θεσσαλονίκη, ενώ τα υπόλοιπα αγοράστηκαν στις Σέρρες. Πολλοί βέβαια δεν περιορίστηκαν σ’ ένα δελτίο, όπως ο έμπορος Αναστάσιος Ηλία και ο δικηγόρος Ν. Νούσκαλης, οι οποίοι αγόρασαν από σαράντα· τον ίδιο αριθμό δελτίων προμηθεύτηκε και ο Παπούλης, είκοσι πέντε ο Σκάρδας κλπ.

Την αξιοπιστία της κλήρωσης διασφάλιζε η παρουσία του μητροπολίτη Σερρών και του Χατζή εφέντη, προέδρου της επίσημης εκπαιδευτικής επιτροπής της πόλης. Ο πρώτος αριθμός, που κέρδιζε 150 αργυρούς μεδζιτιέδες, ήταν ο 1541. Ο τυχερός ήταν ο μουτεσαρίφης Χαμδή βέης, ο οποίος –εδώ που τα λέμε– είχε αυξημένες πιθανότητες, καθώς είχε αγοράσει εκατό δελτία! Ο δεύτερος αριθμός κέρδισε 50 μεδζιτιέδες και ανήκε στη συντεχνία των παντοπωλών.

-- Στις 19/31 Αυγούστου, ημέρα Παρασκευή, η πόλη των Σερρών γιόρτασε την επέτειο της ανόδου στο θρόνο του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β΄. Επίκεντρο των εορτασμών ήταν και πάλι το ανατολικό τμήμα της πόλης, το περιστοιχιζόμενο από τα εξοχικά καφενεία της δημαρχίας και του Χατζή εφέντη.

Στις 12 το βράδυ (τουρκική ώρα) άναψαν τα φώτα χαρίζοντας άπλετη λάμψη και δίνοντας το σύνθημα έναρξης των εορτασμών, που διήρκεσαν συνολικά πέντε ώρες. Οι λυχνίες είχαν τοποθετηθεί στις γύρω δενδροστοιχίες, ενώ κεντρική θέση στον φωτισμό είχε ο γηραιός, υπεραιωνόβιος πλάτανος στο μέσο της πλατείας, που πρόσφερε ένα μοναδικό θέαμα.

Λόγω της περίστασης φωταγωγήθηκαν τα δημόσια καταστήματα της πόλης, όπως το παρθεναγωγείο «Η Γρηγοριάς» και το νοσοκομείο χάρη στην επιμέλεια που έδειξαν αντίστοιχα οι έφοροι Δημήτριος Παπούλης και Ι. Μερισιώτης.

-- Στις 13 Σεπτεμβρίου ο Νεολόγος μετέφερε ανταπόκριση από τις Σέρρες ότι προσεχώς θα παραδιδόταν σε κοινή χρήση η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Σερρών, το πρώτο ολοκληρωμένο τμήμα της γραμμής που θα συνέδεε τη Θεσσαλονίκη με την Κωνσταντινούπολη.

Πρώτα όμως απέμενε να δοθεί η τελευταία πινελιά. Συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο τέθηκε σε κίνηση η πρώτη ατμομηχανή με κατεύθυνση τις Σέρρες, η οποία διέτρεχε καθημερινά ένα τέταρτο περίπου της ώρας μεταφέροντας τις άμαξες με το απαραίτητο υλικό για την επίστρωση του σιδηροδρόμου, ώστε αυτός να μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου είχε επιστρωθεί έκταση 469 χιλιομέτρων μέχρι την Κάκαρα, που αποτελούσε το όριο του πρώτου τμήματος της σιδηροδρομικής γραμμής, κι επιπλέον είχε διανύσει ακόμη 10 χιλιόμετρα.

Περατωθείσης της γραμμής, προτού όμως γίνουν τα επίσημα εγκαίνια, έφτασε στην πόλη των Σερρών έκτακτη αμαξοστοιχία μεταφέροντας από τη Θεσσαλονίκη τον κόμη Βιτάλη και τον τραπεζίτη Μοδιάνο, ενώ μια δεύτερη αμαξοστοιχία έφερε τον αυτοκρατορικό επίτροπο με τον αρχιμηχανικό του πρώτου τμήματος της γραμμής – μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου όλα αυτά.

Ως ορόσημο για τα επίσημα εγκαίνια του έργου είχε τεθεί η πρωτοχρονιά του 1895. Με ορίζοντα την ημερομηνία αυτή συνεχιζόταν η κατασκευή του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης των Σερρών, όμως εκ των πραγμάτων δημιουργήθηκε η ανάγκη σύνδεσης της πόλης με το σταθμό.

Έτσι λοιπόν, ύστερα από σχετική εισήγηση του μουτεσαρίφη Χαμδή βεη αποφασίστηκε –και το Νοέμβριο του 1894 βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη η υλοποίηση της απόφασης αυτής– να κατασκευαστεί ένας δρόμος με αφετηρία την κεντρική αγορά της πόλης, ο οποίος να διέρχεται παραπλεύρως του ανεγειρόμενου διοικητηρίου και να καταλήγει στον επίσης υπό κατασκευή σιδηροδρομικό σταθμό. Την εποπτεία του έργου είχε αναλάβει ο «ακάματος περί τα τοιαύτα και γνωστός τω δημοσίω συμπολίτης» Ιβραήμ-Φεβζή εφέντης (Χατζητζίκης). Και κάπως έτσι η πόλη των Σερρών απέκτησε μία από τις πλέον χαρακτηριστικές κεντρικές οδούς της, που τη διασχίζουν μέχρι σήμερα.

Ο ανταποκριτής του Νεολόγου σχολίαζε ως προς τις προοπτικές εξωραϊσμού της πόλης: «Εκ των προτέρων είμεθα βέβαιοι, ότι το νότιον άκρον της πόλεως θα διακοσμηθή και καλλωπισθή αναλόγως προ το ανατολικόν [σ.σ. όπου γίνονταν όλες οι μεγαλοπρεπείς επίσημες γιορτές], της αφορμής δοθείσης εκ του σταθμού, ιδρυθέντος παρά τω άκρω εκείνω. Θα διακοσμηθή άρα γε και το εγκαταλελειμμένον άκρον της πόλεως – το δυτικόν – ούτινος ο αγροτικός μεν αλλά συμπαθητικός οικισμός ευθαρσώς και ευσεβώς υπεραμύνεται των πάτριων;».

Παράλληλα γίνονταν σχεδιασμοί επί χάρτου για ενδεχόμενες διακλαδώσεις της σιδηροδρομικής γραμμής, που περιλάμβαναν και το σενάριο ένωσης των Σερρών με τον κόλπο του Ορφανού ως εργαλείο διευκόλυνσης για την ταχύτερη μεταφορά του αυτοκρατορικού στρατού. Την εποπτεία του συγκεκριμένου έργου φερόταν να έχει αναλάβει ο ελληνικής καταγωγής μηχανικός Νικόλαος Μαυροκορδάτος. Όπως όλοι γνωρίζουμε, ωστόσο, η ιδέα δεν υλοποιήθηκε ποτέ.

-- Η 8/20 Νοεμβρίου 1894 ήταν μια σπάνια, εξαιρετική μέρα για τους Σερραίους εμπόρους, καθώς η κίνηση στα μαγαζιά της πόλης ήταν αισθητά μεγαλύτερη απ’ ό,τι συνήθως. Τρεις ήταν οι αιτίες: η σύμπτωση της γιορτής του ναού των Μεγίστων Ταξιαρχών με την κατ’ εξοχήν μέρα της αγοράς (Τρίτη), το γεγονός ότι οι αγρότες είχαν αρχίσει να ετοιμάζονται για τον επικείμενο χειμώνα κι έσπευδαν ν’ αγοράσουν τ’ απαραίτητα εφόδια, ενώ ας μην ξεχνάμε ότι η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής και η έλευση των πρώτων ατμομηχανών αποτελούσαν πόλο έλξης για πολλούς χωρικούς, οι οποίοι επιθυμούσαν να τις δουν από κοντά και γι’ αυτό συνέρρεαν στην πόλη με την πρώτη ευκαιρία.

 ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ - ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ

-- Όπως κάθε χρονιά, έτσι και το σχολικό έτος 1893-94 ολοκληρώθηκε στα εκπαιδευτικά ιδρύματα των Σερρών με τις καθιερωμένες ετήσιες εξετάσεις, οι οποίες ξεκίνησαν από το κεντρικό νηπιαγωγείο, το οποίο διηύθυνε η Δρίτσου.

Ακολούθησαν οι εξετάσεις στα τέσσερα σχολεία των Άνω και Κάτω Καμενικίων στις 5/17 Ιουνίου, ημέρα που γιορταζόταν και η Πεντηκοστή, παρουσία του μητροπολίτη Σερρών, αλλά και των εφόρων Ν. Νούσκαλη, Ι. Σκάρδη και Δ. Παπούλη. Παρόντες ήταν επίσης ο διευθυντής με τον καθηγητικό σύλλογο του Γυμνασίου, αλλά και το σύνολο σχεδόν του διδακτικού προσωπικού στις Σέρρες.

Σειρά είχαν, την ίδια ημέρα, οι εξετάσεις του παρθεναγωγείου και του δημοτικού σχολείου στο προάστειο Αραμπατζή-Μαχαλά, στις οποίες επίσης παρευρέθηκαν ο μητροπολίτης, η σχολική εφορία και πλήθος φιλόμουσων κυρίων και κυριών.

Περισσότερες λεπτομέρειες είναι γνωστές για την εκδήλωση στο Κεντρικό Παρθεναγωγείο, η οποία είχε χαρακτήρα «όλως ασυνήθη και έκτακτον» σύμφωνα με τον ανταποκριτή του Νεολόγου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος διευκρίνιζε σχετικά: «Το έκτακτον και ασύνηθες δεν συνίσταται εις την απλήν επιτυχίαν των αποκρίσεων των εξεταζομένων μαθητριών εις τας διαφόρους ερωτήσεις κατά τα διάφορα μαθήματα –πράγμα κοινόν και σύνηθες και εις τα μικρά σχολεία των μικρών κοινοτήτων– αλλ’ εν τω ότι κατωρθώθη πράγμα, όπερ μέχρι τούδε σχεδόν ακατόρθωτον εθεωρείτο, η τήρησις δηλονότι ευκοσμίας και τάξεως και ησυχίας».

Τι σήμαινε αυτό στην πράξη: Όταν άρχισε να συρρέει το πλήθος νωρίς το πρωί, από τη μια πλευρά οι έφοροι με τη βοήθεια των κοσμητόρων οδηγούσαν τους προσερχόμενους άνδρες Σερραίους στη θέση που είχε οριστεί για τον καθένα, ενώ το ίδιο έκαναν από την άλλη πλευρά για τις γυναίκες η διεύθυνση και οι κοσμήτριες δασκάλες του ιδρύματος.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με την προβλεπόμενη ιεροτελεστία από το μητροπολίτη και στη συνέχεια η διευθύντρια του Κεντρικού Παρθεναγωγείου, Ευγενία Γκιούρτη, προχώρησε σε μια συνοπτική λογοδοσία, προτού αρχίσει η εξέταση των μαθητριών.

Το τέλος της εκδήλωσης σφραγίστηκε από τον ύμνο στον ευεργέτη της σχολής, Γρηγόριο Κωνσταντίνου. Όπως διαβάζουμε στο Νεολόγο: «Συγκινητικώτατον τω όντι θέαμα και άκουσμα ήτο η μετά θρησκευτικής ευλαβείας και κατανύξεως μολπή μεν του ύμνου υπό σεμνής χορείας ευηργετημένων κορασίων, ακρόασις δ’ αυτού [σ.σ. του ύμνου] παρά της πληθύος των παρεστώτων, ων έκαστος ηύχετο βεβαίως κατά την στιγμήν εκείνην να περιέλθη εις κατάστασιν, ώστε να κηρυχθή ευεργέτης της πατρίδος του. Μετά τον ύμνον, του συνθήματος παρά της Α. Σ. δοθέντος, ενθουσιώδης επευφημία υπέρ του ευεργέτου εγένετο παρά του ακροατηρίου σύμπαντος».

-- Στις 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου ξεκίνησαν οι εξετάσεις του γυμνασίου με την καθιερωμένη τελετή, η οποία για πρώτη φορά –ύστερα από εισήγηση του καθηγητή των τουρκικών– πραγματοποιήθηκε όχι στην αίθουσα του σχολείου, αλλά στην αυλή, η οποία βεβαίως είχε στολιστεί κατάλληλα. Ήταν ένας νεωτερισμός που απέσπασε θετικές εντυπώσεις, καθώς ελλείψει ανεμιστήρων και γενικότερα κλιματιστικών συστημάτων, ο συνωστισμός μεγάλου πλήθους σ’ έναν κλειστό χώρο καλοκαιριάτικα κατέληγε πάντοτε σε λουτρό ιδρώτα.

Την ίδια μέρα πραγματοποιήθηκαν οι εξετάσεις και του τετρατάξιου δημοτικού σχολείου της συνοικίας του Αγίου Παντελεήμονα, ενώ μία εβδομάδα μετά (στις 26 Ιουνίου) η αστική σχολή έκλεισε την αυλαία της εξεταστική περιόδου. Εδώ η τελετή πραγματοποιήθηκε στην ειδική, εσωτερική αίθουσα του σχολείου, η οποία είχε διακοσμηθεί από τον έμπειρο σ’ αυτά Ι. Πανταζή, καθηγητή των τεχνικών μαθημάτων στην ίδια σχολή και στο οθωμανικό Γυμνάσιο. Ο διευθυντής, Δ. Ορφανίδης, έκανε έναν απολογισμό των πεπραγμένων και αμέσως μετά ήρθε η ώρα των εξετάσεων αρχής γενομένης από τον δάσκαλο των θρησκευτικών Ι. Β. Ιωαννίδη και ακολούθησαν οι συνάδελφοί του.

-- Μετά το πέρας της εξεταστικής περιόδου συνεδρίασε η αδελφότητα «Ευαγγελισμός», όπου ανακοινώθηκε η απόπειρα επικοινωνίας με ομογενείς ζητώντας οικονομική συνδρομή για την αγορά οικοπέδου και ανέγερση νέου εκπαιδευτηρίου. Ωστόσο δεν υπήρχε μεγάλη κινητοποίηση, ίσως επειδή το σωματείο δεν είχε ακόμη καταφέρει να πείσει πλήρως για την ειλικρίνεια των προθέσεών του, όπως τα ίδια τα μέλη του εκτιμούσαν προσβλέποντας σε μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση μετά την αγορά του οικοπέδου και την κατάθεση του θεμέλιου λίθου. Η αδελφότητα πρόσφερε για το σκοπό αυτό 35 λίρες, άλλο σωματείο της πόλης προθυμοποιήθηκε να καταβάλει 10 λίρες μετά την κατάθεση των θεμελίων, 5 λίρες υποσχέθηκε ο Κωνσταντίνος Ισακαλίδης, ενώ μία λίρα πρόσφερε ο Αλκιβιάδης Βουγιουκλής.

-- Νέος διευθυντής του γυμνασίου των Σερρών ανέλαβε από τον Σεπτέμβριο ο Ι. Παυλίδης. Τη χρονιά αυτή ξεκίνησε να παραδίδει μαθήματα θρησκευτικών στο γυμνάσιο και ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος (σ.σ. το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος) Ωρολογάς, ο οποίος όχι απλά θ’ άφηνε τη σφραγίδα του στην πνευματική ζωή των Σερρών μέχρι το 1901, αλλά το 1922 –ως μητροπολίτης Κυδωνιών πλέον– θα θυσιαζόταν ως μάρτυρας κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αξίζει, λοιπόν, να σταθούμε λίγο παραπάνω στις πρώτες ημέρες ενός τόσο σημαντικού προσώπου στην πόλη των Σερρών, αλλά και στις πρώτες εντυπώσεις που αποκόμισαν οι Σερραίοι για εκείνον.

Ως καθηγητής των θρησκευτικών, ο Ωρολογάς ανέλαβε και καθήκοντα ιεροκήρυκα. Η πρώτη εμφάνισή του με την ιδιότητα αυτή έγινε στις 25 Σεπτεμβρίου/7 Οκτωβρίου στον άμβωνα του ναού των Ταξιαρχών. Πριν όμως από την ανάλυση της ευαγγελικής περικοπής απευθύνθηκε στους Σερραίους, που είχαν βρεθεί στο ναό εκείνη την Κυριακή. Έδωσε κατά κάποιον τρόπο τα διαπιστευτήριά του, θα μπορούσε κανείς να πει, τα οποία παρέθεσε περιληπτικά ο Νεολόγος:

«Χαίρω και συγχαίρω πάσιν υμίν· το δ’ αυτό και υμείς χαίρετε και συγχαίρετέ μοι. Διά των λόγων τούτων, αδελφοί Σερραίοι, ο μέγας διδάσκαλος των εθνών απόστολος Παύλος εξέφραζε την χαράν του και συνέχαιρε τους Φιλιππησίους διά την εις την πίστιν την εις Χριστόν προκοπήν των. Κατάλληλον δε κατά την ιεράν ταύτην στιγμήν νομίζω να σας προσφωνήσω διά των αποστολικών εκείνων λόγων, διότι υπό ζήλου χριστιανικού προς τακτικήν ακρόασιν του θείου λόγου κατεχόμενοι μ’ εκαλέσατε εις την υμετέραν πόλιν, και διότι εις το άγιον τούτο έργον κληθείς συναισθάνομαι ενδόμυχον πεποίθησιν ότι η εμή διακονία θα εύρη έδαφος γόνιμον και καρποφόρον θεία ευδοκία και επινεύσει».

Η επόμενη δημόσια εμφάνιση του Ωρολογά έγινε την επόμενη ακριβώς μέρα, ύστερα από πρόσκληση της αδελφότητας «Ευαγγελισμός» με αφορμή τον πανηγυρισμό του Ιωάννη του Θεολόγου στο προάστιο των Άνω Καμινικίων. Αυτήν τη φορά ανέπτυξε τη ρήση «Δράξασθε παιδείας, μήποτε οργισθή Κύριος και απολείσθε εξ οδού δικαίας», τονίζοντας πως μέσω της «ορθώς εννοουμένης και ορθώς διεξαγομένης» εκπαίδευσης στα σχολεία, μπορεί ο άνθρωπος ν’ αναδειχτεί «ευσεβής και των πατρίων ακλόνητος οπαδός χριστιανός, και τη κοινωνία ωφελιμώτατος και χρησιμώτατος πολίτης».

Όσον αφορά τις εντυπώσεις που αποκόμισαν οι Σερραίοι από τα πρώτα κηρύγματα του Γρηγόριου Ωρολογά, ο λόγος στον ανταποκριτή του Νεολόγου:

«Αμφότερα τα κηρύγματα [..] αρίστην ενεποίησαν αίσθησιν εις το πυκνόν ακροατήριον τοσούτω μάλλον, καθ’ όσο ο ελλόγιμος και σεβαστός αρχιμανδρίτης συνενώνει πολλά πλεονεκτήματα απαραίτητα διά την επιτυχή διεξαγωγήν της σοβαράς άμα και λεπτής αποστολής του κηρύγματος του Θείου λόγου, εξωτερικόν παράστημα ευγενές και επιβλητικόν, τόνον φωνής γλυκύν και ισχυρόν και, το κυριώτερον, ύφος λόγου καθαρόν και εύληπτον υπό του πλήθους».

-- Aς σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το κυριακάτικο κήρυγμα γινόταν αποκλειστικά στον ναό των Ταξιαρχών, επειδή αυτός ανήκε στην άμεση δικαιοδοσία της εφορείας των σχολείων. Εάν μία άλλη ενορία επιθυμούσε ν’ ακούσει το θείο κήρυγμα, έπρεπε προηγουμένως να λάβει επίσημη άδεια από τον μητροπολίτη Σερρών καταβάλλοντας παράλληλα ορισμένο ποσό στο ταμείο υπέρ των σχολείων. Το πρόβλημα ήταν ότι ορισμένες μικρές ενορίες, όπως για παράδειγμα η ενορία του αγίου Νικολάου, δεν είχαν ανάλογη οικονομική δυνατότητα και στερούνταν αυτού του προνομίου. Ωστόσο το φθινόπωρο του 1894 βρέθηκε μια ωραία λύση. Δύο Σερραίοι, οι Παναγιώτης Ηλία και Ι. Σκάρδης ανέλαβαν οικειοθελώς να καταβάλουν οι ίδιοι το απαιτούμενο χρηματικό ποσό, ώστε μία φορά το μήνα να γίνεται το κυριακάτικο κήρυγμα στο συγκεκριμένο ναό.

    ____________________________________

* Από την έρευνα «Οι Σέρρες και οι Σερραίοι μέσα από τις σελίδες των εφημερίδων», τόμος Β΄, σελίδες 36-44, με την προσθήκη αρκετού νέου υλικού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εισαγωγή

  Σκοπός της παρούσας έρευνας δεν είναι η συγγραφή της Ιστορίας, αλλά: - α. Η εξοικείωση με τη ζωή στην περιοχή που σήμερα ορίζεται γεωγρ...