Εισαγωγή

 Σκοπός της παρούσας έρευνας δεν είναι η συγγραφή της Ιστορίας, αλλά:

- α. Η εξοικείωση με τη ζωή στην περιοχή που σήμερα ορίζεται γεωγραφικά ως νομός (ή περιφερειακή ενότητα) Σερρών κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου μέσα –κυρίως– από τη ματιά των ελληνικών, αλλά και ορισμένων ξένων εφημερίδων της εποχής (συν κάποιες επικουρικές πηγές, όπως οι επετηρίδες του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών κλπ.) εστιάζοντας όχι μόνο στα μεγάλα αλλά και σε πολλά μικρά κοινωνικά συμβάντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα γίνει αναφορά και σε σημαντικά ιστορικά γεγονότα της περιόδου, απλά η προσέγγισή τους θα είναι κατά κύριο λόγο –πλην εξαιρέσεων– περισσότερο επιφανειακή ελπίζοντας ότι θ’ αποτελέσει ερέθισμα στον αναγνώστη για να ψάξει περισσότερα σε άλλα, κατεξοχήν επιστημονικά/ιστορικά βιβλία.

- β. Η γνωριμία με Σερραίους –ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής ή θρησκεύματος– που ζούσαν είτε στην ευρύτερη περιοχή των Σερρών είτε και αλλού, στο βαθμό που γνωρίζουμε κάποια στοιχεία για τις ζωές τους είτε για κάποια μικρά ή μεγάλα επιτεύγματά τους (έστω και για τους αρραβώνες τους!).

Λόγω της πληθώρας των πληροφοριών, τα αποτελέσματα της έρευνας έχουν χωριστεί σε τόμους με κριτήριο αφενός τον αριθμό των σελίδων και αφετέρου την ιστορική/κοινωνική συγκυρία της κάθε περιόδου. Περαιτέρω, οι ειδήσεις/ιστορίες/δημοσιεύματα έχουν ταξινομηθεί σε ενότητες: ανά δεκαετία ή δεκαετίες για το πρώτο μισό του 19ου αιώνα (όπου η ύλη είναι εξαιρετικά λίγη) και στη συνέχεια ανά έτος με μικρές εξαιρέσεις. Π.χ. το 1912 και το 1913 έχουν χωριστεί σε δύο μέρη, ενώ η διετία της βουλγαρικής κατοχής του 1917-1918 περιλαμβάνονται σε μία ενότητα. Όπου η ύλη είναι μεγάλη σε έκταση, κάθε ενότητα χωρίζεται σε υποενότητες ανάλογα με το θέμα των ειδήσεων.

Αρκετές φορές χρειάστηκε η αυτούσια αναπαραγωγή μικρών αποσπασμάτων ή ακόμη και μεγάλων κειμένων στην καθαρεύουσα, ώστε ν' αποδοθεί καλύτερα και πιστότερα η άποψη του συντάκτη ή επειδή το επέβαλε η φύση ενός γεγονότος. Είναι αλήθεια ότι πρόκειται για μια αρκετά κουραστική συνθήκη, ειδικά σε σχέση με την εξαιρετικά επιτηδευμένη λόγια καθαρεύουσα του 19ου αιώνα, ώστε θα πρότεινα να προσπεράσετε ό,τι θεωρείτε περιττό. Άλλωστε νομίζω ότι είναι εύκολο το πέρασμα από τη μια είδηση στην άλλη.

Τα τοπωνύμια και γενικότερα τα κύρια ονόματα μεταφέρονται όπως απαντώνται στα αντίστοιχα δημοσιεύματα (με εξαιρετικά ελάχιστες παρεμβάσεις σε ολοφάνερα τυπογραφικά λάθη), επομένως είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν ορισμένες μη ηθελημένες ανακρίβειες. Ειδικά στις εφημερίδες του μεσοπολέμου, οι λάθος αναγραφές ονομάτων αποτελούν συχνό φαινόμενο, επομένως ζητώ όχι απλά την κατανόηση, αλλά και τη βοήθειά σας να διορθωθούν οι λάθος καταγραφές όχι τόσο σχετικά με την ορθογραφία, η οποία μπορεί και να άλλαξε στην πάροδο των χρόνων, όσο σχετικά με την πιστότερη δυνατότητα καταγραφή των ονομάτων.

Μη ηθελημένες ανακρίβειες ενδεχομένως να υπάρξουν και εξαιτίας μεταφοράς ανταποκρίσεων με λανθασμένες πληροφορίες (άλλωστε όπου εντόπισα αντιφάσεις τις επισημαίνω ή παραλείπω την όποια εκτενή αναφορά), ενώ και για τη χρονική τοποθέτηση των όποιων μικρών ή μεγάλων γεγονότων εμπιστεύομαι τη σωστή περιγραφή των ανταποκριτών, οι οποίοι όταν έγραφαν μια ημερομηνία ή όταν σημείωναν ότι ένα γεγονός είχε λάβει χώρα π.χ. «πριν τέσσερις μέρες» ή «δύο μέρες μετά» από ένα άλλο συμβάν, ήταν το κατά δύναμη ακριβείς και δεν χρησιμοποιούσαν απλά σχήματα λόγου.

Όσον αφορά τις εικόνες, χρησιμοποιώ όσες εντόπισα στα δημοσιεύματα του ελληνικού και ξένου τύπου ανάλογα με την ποιότητα της ψηφιοποίησης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός εικόνων δεν διακρίνεται για την εξαιρετική του ανάλυση ή καθαρότητα, όμως θεωρώ ότι δίνουν ένα ικανοποιητικό στίγμα των γεγονότων ή των προσώπων που απεικονίζουν. Άλλωστε είναι και πάρα πολλές οι εικόνες, τις οποίες απέφυγα να συμπεριλάβω ακριβώς λόγω της πολύ κακής ποιότητάς τους.


Σ' ό,τι αφορά το ιστολόγιο:

Σε πρώτη φάση ανεβάζω τους τόμους, όπως έχω χωρίσει την έρευνά μου, δηλαδή:

α΄ τόμος: 1800 - 1890 [352 σελίδες]

β΄ τόμος: 1891 - Σεπτέμβριος 1912 (τέλος Τουρκοκρατίας) [407 σελίδες]

γ΄ τόμος: Οκτώβριος 1912 - 1918 [389 σελίδες]

δ΄ τόμος: 1919 - 1927 [432 σελίδες]

ε΄ τόμος: 1928 - 1930 [420 σελίδες]

στ΄ τόμος: 1931 - 1934 [500 σελίδες]

ζ΄ τόμος: 1935 - 1937 [470 σελίδες]

η΄ τόμος: 1938 - 1941 [360 σελίδες]

Τα λινκ υπάρχουν στο πάνω μέρος της σελίδας και στη δεξιά στήλη του ιστολογίου. 

Επικουρικά ανέβασα και το βιβλίο μου «Η απελευθέρωση των Σερρών μέσα από τα δημοσιεύματα του τύπου (Ιούνιος - Αύγουστος 1913)». Θα ακολουθήσουν ο/οι τόμοι για το διάστημα μέχρι το 1940-41, οπότε και θα ολοκληρωθεί η έρευνά μου. Στο τέλος, θα ανεβάσω ξεχωριστό τόμο με την «ταυτότητα» της έρευνας, δηλαδή πλήρη κατάλογο των δημοσιευμάτων που χρησιμοποίησα (ή τα συμπληρώνουν). 

Τα αρχεία είναι σε μορφή pdf, που σημαίνει ότι μπορείτε να τα αποθηκεύσετε στον υπολογιστή σας και να τα διαβάσετε ή να τα ξεφυλλίσετε, όποτε το επιθυμείτε. Επίσης ο συγκεκριμένος τύπος αρχείου επιτρέπει τη δυνατότητα αναζήτησης λέξεων, όμως για πολλά ονόματα και τοπωνύμια είναι εξαιρετικά πιθανό να υπάρξει δυσκολία ως προς την ορθογραφία ή τη χρήση κάποιας ιδιαίτερης μορφής τους. 

Σε επόμενη φάση, εφόσον αυτό θεωρηθεί πιο πρακτικό και ζητηθεί, ενδεχομένως ν' ανεβούν χωριστά οι ενότητες της έρευνας και κατά δεκαετίες, ανά χρονιά ή θεματικά (ανάλογα με τον αριθμό των σελίδων). Όταν ολοκληρωθεί το ανέβασμα της έρευνας, είναι πιθανό να ανεβάσω ορισμένα αποσπάσματα αυτής και υπό τη μορφή αναρτήσεων, όσα μπορούν να σταθούν μόνα τους θεματικά. 

Για παρατηρήσεις, σχόλια, διορθώσεις (κυρίως ως προς τα ονόματα), μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου στην ηλεκτρονική διεύθυνση argyris82@hotmail.com 

Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου και σε περίπτωση που ενδιαφέρεστε να αναδημοσιεύσετε μέρος της παρούσας έρευνας.

Σε κάθε περίπτωση, μην ξεχνάτε ότι δεν επιχειρώ να γράψω ιστορία, αλλά να εξοικειώσω τον αναγνώστη με το παρελθόν της περιοχής, όπως αυτό καταγράφηκε στις εφημερίδες με ό,τι κι αν συνεπάγεται αυτό, ενώ πολύ σπάνια προχωρώ σε δικό μου σχολιασμό. 

Καλή ανάγνωση!

 






Ονόματα Ελλήνων, Ισραηλιτών και Τούρκων δικηγόρων στην περιοχή των Σερρών τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας

Στα δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής εντοπίζουμε σποραδικά και κάποια ονόματα δικηγόρων, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στις Σέρρες κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ας συγκεντρώσουμε τα ονόματά τους μαζί με τις αφορμές, με τις οποίες αυτοί απασχόλησαν την επικαιρότητα.

α.) Ένας γνωστός δικηγόρος ονομαζόταν Χαλεπλής. Το μόνο που γνωρίζουμε γι’ αυτόν, ήταν ότι έπεσε θύμα ληστείας το βράδυ της 22 Ιουλίου/3 Αυγούστου 1885, όταν τρεις άγνωστοι αφαίρεσαν από την κατοχή του επτά οθωμανικές λίρες και το χρυσό ρολόι του. Ήταν το πρώτο περιστατικό ληστείας στην πόλη ύστερα από πολλούς μήνες ηρεμίας και το συμβάν θορύβησε τους Σερραίους.

β.) Ως «έμπειρος» δικηγόρος των Σερρών περιγραφόταν ο Ν. Νούσκαλης, ο οποίος το καλοκαίρι του 1894 ενίσχυσε την προσπάθεια της ελληνικής κοινότητας των Σερρών αγοράζοντας σαράντα λαχνούς εν όψει της κλήρωσης λαχείου στις 14 Αυγούστου υπέρ των ελληνικών εκπαιδευτηρίων της πόλης. Παρενθετικά, ας καταγραφεί ότι τον τυχερό λαχνό στη συγκεκριμένη κλήρωση κατείχε ο μουτεσαρίφης των Σερρών, Χαμδή βέης, ο οποίος είχε αγοράσει εκατό δελτία!

γ.) Ένας ακόμη Έλληνας δικηγόρος στην περιοχή την ίδια περίοδο ήταν ο Γ. Αστεριάδης, ο οποίος μάλιστα το 1896 χρημάτισε προσωρινά πληρεξούσιος της επαρχίας Ζίχνης μετά το θάνατο του μητροπολίτη Δράμας.

δ.) Στο βιβλίο του Νικόλαου Ταχινοζλή «Σερραϊκές Οικογένειες: 19ος αιώνας - 1913», γίνεται λόγος για κάποιον δικηγόρο με το όνομα Αλέξανδρος Φωκάς του Δημητρίου, για τον οποίο αναφέρεται ότι είχε γεννηθεί το 1851 στο χωριό Κοκκινοπλός του Ολύμπου και ότι αρχικά, όταν μετοίκησε –άγνωστο πότε– στις Σέρρες, είχε το επώνυμο Φάκας.

ε.) Το δικηγορικό επάγγελμα μετέρχονταν και εκπρόσωποι της ισραηλιτικής κοινότητας των Σερρών, που αριθμούσε περίπου χίλια άτομα εκείνα τα χρόνια. Ένας εξ αυτών ήταν ο Λάζαρος (Λαζάρ) Εσκεναζή, γιος του Μπεχόρ Εσκεναζή, ο οποίος είχε διατελέσει αυτοκρατορικός αρχιταμίας στη νομαρχία Δράμας.

Τον Λαζάρ Εσκεναζή συναντούμε ως εκπρόσωπο των δικηγόρων της πόλης στη γιορτή του βουλγαρικού σχολείου για τη λήξη της σχολικής χρονιάς τον Ιούνιο του 1899, ενώ συγκαταλεγόταν και μεταξύ των εκπροσώπων της ισραηλιτικής κοινότητας, οι οποίοι στις 11/24 Ιουλίου 1909 πραγματοποίησαν εθιμοτυπική επίσκεψη υποδοχής του νέου μητροπολίτη Σερρών, Αθανάσιου.

Περισσότερα ονόματα Ισραηλιτών δικηγόρων από τις Σέρρες ή εγκατεστημένων εδώ στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (σε απροσδιόριστο χρονικό διάστημα) μνημόνευσε ο Μωυσής Κωνσταντίνης κατά την εισήγησή του στα πλαίσια του Β΄ Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου «Οι Σέρρες και η περιοχή τους από την Οθωμανική Κατάκτηση μέχρι τη Σύγχρονη Εποχή» το 2006. Ανέφερε συγκεκριμένα τους Χαΐμ ή Βιτάλ Μωσέ Φαρατζή, Μπεχοράτσι Μπενβενίστε (πατέρας και γιος), Μωσέ Μπουρλά και Ιακώβ Οβαδιά.

Ένας ακόμη Ισραηλίτης Σερραίος δικηγόρος στα τέλη της τουρκοκρατίας ήταν ο Ηλίας Φαρατζή, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι ανέλαβε ενώπιον των δικαστηρίων των Σερρών την υπόθεση χρέους κάποιου Βασίλειου Ζαρούχα προς τον Δαυίδ Μπενρουμπή, ενώ αργότερα αξιοποιήθηκε η μαρτυρία του στη δίκη των δύο αυτών προσώπων, όταν αμφότεροι κατηγορήθηκαν ως ηθικοί αυτουργοί στη δολοφονία του πάμπλουτου τοκογλύφου Αντώνιου Ζαρούχα (πατέρα του Βασίλη), ενώπιον του Κακουργιοδικείου Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1912.

στ.) Στα 1900, στα πλαίσια της βουλγαρικής προπαγάνδας εγκαταστάθηκε στην πόλη των Σερρών ο δικηγόρος Γκέτσης, ο οποίος –μαζί με άλλους θεωρούμενους ως επικίνδυνους Βουλγάρους– εξορίστηκε από το διοικητή των Σερρών στην Τρίπολη «της Βαρβαρίας» (δηλαδή της Λιβύης) το Μάιο του 1903.

ζ.) Ο Νικόλαος Γουσιάδης, αφού πρώτα είχε κερδίσει από το αρμόδιο Συμβούλιο την αναστολή της προσωρινής εκτέλεσης μιας κατάσχεσης στην πόλη των Σερρών, ταξίδεψε μέχρι την πρωτεύουσα της οθωμανικής αυτοκρατορίας για την εκδίκαση της έφεσης της ίδιας υπόθεσης, όπως ενημέρωνε η εφημερίδα Κωνσταντινούπολις στις 15.01.1903 παρουσιάζοντάς τον μάλιστα ως «αυτόθι γνωστό δικηγόρο».

Σχεδόν τέσσερις μήνες αργότερα (12.05.1903), η ίδια εφημερίδα σημείωνε στο ίδιο ύφος: «Αφίκετο σήμερον εκ Σερρών ο αυτόθι διακεκριμένος δικηγόρος κ. Ν. Γουσιάδης χάριν των ανατεθειμένων αυτώ υποθέσεων».

Όντας εγκατεστημένος στις Σέρρες ήδη μια εικοσαετία περίπου, ο καταγόμενος από την Υπάτη της Φθιώτιδας Νικόλαος Γουσιάδης συμμετείχε ενεργά στο Μακεδονικό Αγώνα (1904-08). Μαρτυρείται ότι είχε επαφές με τον καπετάν Γιαγκλή, στον οποίο έδινε οδηγίες και από κοινού επέλεγαν το στόχο δράσης της ομάδας του τελευταίου, ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον περιβόητο Βούλγαρο ηγέτη Ατανάς Σπάσωφ Δασκάλωφ, γνωστό και ως Τάσκα.

Σε έκθεση του Έλληνα προξένου στις Σέρρες Α. Σακτούρη (26.11.1907) σημειωνόταν: «Συνελήφθη ενταύθα [σ.σ. στις 14 Ιουλίου 1907] ο δικηγόρος κ. Νικ. Γουσιάδης, ούτινος κατεσχέθη επιλήψιμος ανταπόκρισις εις τας αθηναϊκάς εφημερίδας περί των γεγονότων Καμενίκης και Δοβίστης. Κατόπιν δε πληροφοριών της εν Αθήναις Τουρκικής πρεσβείας, ότι ο κ. Γουσιάδης ετύγχανεν αντιπρόσωπος του μακεδονικού συλλόγου και διετέλει εις συνεννοήσεις μετά των κ. Γερογιάννη περί οργανώσεως και αποστολής ανταρτικών σωμάτων, κατεδικάσθη εις ισόβιον εγκάθειρξιν εν φρουρίω». Αφέθηκε ελεύθερος μόνο μετά την επικράτηση του κινήματος των Νεότουρκων τον Ιούνιο του 1908.

Από τις εκθέσεις του Σακτούρη γνωρίζουμε και άλλη μια πληροφορία για το Ν. Γουσιάδη, ότι από τον Αύγουστο του 1904 μέχρι το Φεβρουάριο του 1907 είχε υποβάλει 19 αναφορές ομογενών στον αρχηγό της Γαλλικής Μεταρρυθμιστικής Αποστολής, συνταγματάρχη Βεράντ.

Εξάλλου δεν πρέπει να μας διαφεύγει της προσοχής ότι το 1910 ο Ν. Γουσιάδης διετέλεσε πρόεδρος του ομίλου «Ορφέας». Άλλωστε, ήταν εκείνος που είχε εκφωνήσει πανηγυρικό λόγο στα εγκαίνια του κτιρίου του «Ορφέα» στις 27.07.1909 επαινώντας μάλιστα τον τότε πρόεδρο του σωματείου, Ι. Παπάζογλου, ο οποίος επρόκειτο να δολοφονηθεί από Νεότουρκους στη Θεσσαλονίκη πέντε μήνες αργότερα (Δεκέμβριος 1909).

η.) Άλλος ένας Έλληνας δικηγόρος των Σερρών ήταν ο Ι. Μαγκατζής, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι τον Απρίλιο του 1904 εκφώνησε λόγο κατά την προπομπή του μητροπολίτη Σερρών Γρηγορίου, όταν ο τελευταίος άφησε προσωρινά την έδρα του για την Κωνσταντινούπολη ως εκλεγμένο μέλος της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

θ.) Σημαντικός δικηγόρος ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν και ο Χρηστάκης Καραγκιόζης, ο οποίος το 1908, ήτοι μετά το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα, κλήθηκε να υπερασπιστεί αρκετούς Σερραίους στο έκτακτο στρατοδικείο της Θεσσαλονίκης, συνεργαζόμενος με το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Φιλώτα Παπαγεωργίου.

Ωστόσο τον Οκτώβριο του 1911 ο Καραγκιόζης επικρίθηκε, όταν μαζί με δύο άλλους εκπροσώπους της ελληνικής κοινότητας συνυπέγραψαν –χωρίς ωστόσο ν’ απηχούν την πραγματική βούληση των Ελλήνων Σερραίων– ψήφισμα που είχε συντάξει το τοπικό νεοτουρκικό κομιτάτο, με το οποίο γινόταν δεκτή η πρόταση της οθωμανικής κυβέρνησης για διπλασιασμό των φόρων επιτηδεύματος και κτημάτων. Αυτό τουλάχιστον κατήγγειλε ανταπόκριση από τις Σέρρες, δημοσιευθείσα στην εφημερίδα Ισοπολιτεία της Κωνσταντινούπολης στις 23.10.1911.

ι.) Στην επιτροπή υποδοχής του νέου μητροπολίτη Σερρών Αποστόλου, τα μέλη της οποίας ταξίδεψαν μέχρι τη Δράμα με το τρένο για να προϋπαντήσουν τον εκ Κωνσταντινουπόλεως ερχόμενο νέο ιεράρχη στις 19 Οκτωβρίου/1 Νοεμβρίου 1909, περιλαμβανόταν ο δικηγόρος Δημ. Γκράτζιος (/Γκράντζιας).

Ο Γκράτζιος ήταν επίσης ένας εκ των αγορητών στη μεγάλη εκδήλωση της 23ης Αυγούστου/5ης Σεπτεμβρίου 1909, όταν χιλιάδες Σερραίοι συγκεντρώθηκαν στην περιοχή του Γυμναστηρίου διαμαρτυρόμενοι κατά της απόφασης για παραχώρηση των εκκλησιών και των σχολείων συγκεκριμένων χωριών της περιοχής στη βουλγαρική Εξαρχία, παρότι αυτά ήταν πάντοτε Ελληνορθόδοξα.

ια.) Ομιλητής στην ίδια εκδήλωση ήταν και ο δικηγόρος Ιωάννης Τριανταφύλλου (σύμφωνα με την ελληνοαμερικανική «Ατλαντίδα», 22.09.1909).

ιβ.) Τον Αύγουστο του 1910 άρχισε ν’ ασκεί τη δικηγορία ο Ιωάννης Οικονομίδης, ο οποίος αργότερα –μετά την απελευθέρωση των Σερρών– θα εκλεγεί πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου. Μια ενδιαφέρουσα πληροφορία για τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το ότι μαζί με άλλους Σερραίους δικηγόρους κατέθεσε ως μάρτυρας στην πολύκροτη δίκη της Κωνσταντινούπολης το 1911 για τη δολοφονία του δημοσιογράφου Ζεκή βέη.

ιγ.) Ο Νικόλαος Οικονόμου ή Οικονόμωφ ήταν μάλλον βουλγαρικής καταγωγής, φημολογούμενος υποψήφιος με το νεοτουρκικό κόμμα «Ένωση και Πρόοδος» στις εκλογές του Απριλίου 1912, αν και ορισμένα δημοσιεύματα τον συνέχεαν με τον Ιωάννη Οικονομίδη.

ιδ.) Ο δικηγόρος Ετέμ βέης ή Ετέμ εφέντης ήταν γνωστός ως μάρτυρας –μαζί με το Χρήστο Καραγκιόζη και τον Ιωάννη Οικονομίδη– στη δίκη για τη δολοφονία του Ζεκή βέη, αλλά και ως αντιπρόσωπος της ελληνικής κοινότητας στη δίκη για την καταπάτηση του γηπέδου της κοινότητας στο Μελένικο από Βούλγαρους με την ανοχή των τουρκικών Αρχών).

ιε.) Τέλος, ο Χαφούζ Μουσταφά Νουρή (Χαβούς εφένδης) ήταν ένας δικηγόρος τουρκικής καταγωγής, στον οποίο αξίζει να σταθούμε λίγο περισσότερο για την πολύπλευρη δυναμική του παρουσία και την πολιτική του δράση.

……………………………………

Προηγουμένως δυο σημαντικές επισημάνσεις:

Ως προς το δικηγόρο Δημήτριο Δίγκα, ο οποίος εκπροσώπησε την περιοχή των Σερρών στην οθωμανική Βουλή την τετραετία 1908-1912 και αργότερα στην ελληνική Βουλή (μετά τις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915), όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ουδέποτε άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα στις Σέρρες, αλλά φαίνεται ότι εργάστηκε αποκλειστικά στη Θεσσαλονίκη.

Αντίστοιχα, δεν μπορεί να διασταυρωθεί αν άσκησαν δικηγορία στην περιοχή μας Σερραίοι που φοίτησαν στη Νομική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών, όπως ο Μάρκος Μ. Θεοδωρίδης (πτυχίο με βαθμό «λίαν καλώς» το ακαδημαϊκό έτος 1892-93) ο Ιωάννης Εμ. Τριανταφυλλίδης (πτυχίο με βαθμό «λίαν καλώς» το ακαδημαϊκό έτος 1895-96) και ο Αριστοτέλης Αργυρού Βάκης από το Δεμίρ-Ισσάρ (πτυχίο με βαθμό «καλώς» το ακαδημαϊκό έτος 1908-09).

……………………………………

Ας σταθούμε όμως λίγο περισσότερο στο μαχητικό Τούρκο δικηγόρο των Σερρών, Χαβούζ Μουσταφά Νουρή.

Υπήρξε τακτικός συντάκτης της πρώτης εφημερίδας που εκδόθηκε στις Σέρρες. Αυτή ήταν η «Σιρόζ» (δηλαδή «Σέρρες») με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 14 Νοεμβρίου 1910, εκδιδόμενη σε εβδομαδιαία βάση.

Όταν η εφημερίδα απομακρύνθηκε από την αρχική, πολιτικά μετριοπαθή γραμμή της και μετατράπηκε πρακτικά σε δημοσιογραφικό όργανο των Νεότουρκων, στις 24 Μαΐου 1911 μετονομάστηκε σε «Χαντσέρ» (δηλαδή «χαντζάρι» στα ελληνικά) και ο Μουσταφά Νουρή απομακρύνθηκε· μάλιστα έγινε στόχος κριτικής από τους συντάκτες της εφημερίδας, επειδή ήταν σημαίνον στέλεχος της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης.

Τους επόμενους μήνες ο Μουσταφά Νουρή έγινε πολλές φορές στόχος, όχι μόνο λεκτικής, αλλά και σωματικής βίας. Η πρώτη αφορμή δόθηκε μετά τη σύγκρουση του τότε υφιστάμενου δικηγορικού συλλόγου των Σερρών με τον οθωμανό Διοικητή. Τι είχε συμβεί:

Ένας μωαμεθανός χωρικός, θεωρώντας ότι μια διοικητική απόφαση τον αδικούσε, προσέλαβε κάποιον Τούρκο δικηγόρο και μαζί πήγαν στο γραφείο του μουτεσαρίφη για να υποβάλουν παράπονα. Εκείνος όμως τους πέταξε έξω φωνάζοντας: «Το γραφείο μου δεν είναι δικαστήριο για να παρίστανται δικηγόροι».

Ο δικηγορικός σύλλογος με ομόφωνη απόφασή του κατήγγειλε το μουτεσαρίφη, ο οποίος τότε διέταξε τον εισαγγελέα να τον κλείσει, γιατί –ξαφνικά θυμήθηκε ότι– λειτουργούσε χωρίς άδεια. Στο μεταξύ ο σύλλογος ανέθεσε στον Χαφούζ Μουσταφά Νουρή την εκπροσώπηση των συμφερόντων του.

Και φτάνουμε στις 10/23 Ιουνίου 1911, μεσημέρι Παρασκευής. Ο Χαφούζ Μουσταφά Νουρή καθόταν σ’ ένα από τα καφενεία της τότε πλατείας Ελευθερίας, που δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή πλατεία με το ίδιο όνομα. Εκεί, εκείνη την ώρα βρίσκονταν περισσότεροι από 500 θαμώνες. Παραδίπλα καθόταν ο Τσερκέζ Αχμέτ εφένδης, ο οποίος σηκώθηκε από την καρέκλα του, πλησίασε το δικηγόρο και του ζήτησε να τον ακολουθήσει, όπως κι έγινε. Φτάνοντας στη γέφυρα, ο Αχμέτ άρχισε να βρίζει τον Μουσταφά Νουρή για τη στάση του απέναντι στο μουτεσαρίφη και να τον απειλεί. Ξαφνικά τον έριξε κάτω από τη γέφυρα και ξαναγύρισε ήσυχα-ήσυχα στο τραπέζι του, χωρίς κανένας από τους παρευρισκόμενους αστυνομικούς να κουνηθεί καν από τη θέση του.

Δυο μέρες μετά, ο Χαβούζ Μουσταφά Νουρή αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να καταγγείλει με τον πλέον επίσημο τρόπο τα γεγονότα. Παραμένει άδηλο ωστόσο αν οι διαμαρτυρίες του είχαν αποτέλεσμα.

Ο Μουσταφά Νουρή ανήκε στην αντιπολιτευόμενη παράταξη «Ελευθερία και Συνεννόηση» (αλλιώς «Φιλελεύθερη Συνεννόηση»), με την οποία φερόταν έτοιμος να κατέβει ως υποψήφιος στις εκλογές για την οθωμανική Βουλή το 1912. Είχε στοχοποιηθεί από το νεοτουρκικό κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος», μέλη του οποίου με επικεφαλής τον φενταή Μπελεγκρατλή Αχμέτ ξυλοκόπησαν δημόσια το δικηγόρο το απόγευμα της 23 Ιανουαρίου/5 Φεβρουαρίου 1912, ενώ η αγορά των Σερρών ήταν ανοιχτή.

Αιτία αυτής της επίθεσης φαίνεται ότι ήταν και οι σημαντικές αποκαλύψεις στις οποίες είχε προβεί ο Μουσταφά Νουρή βέης κατά τη δίκη των δολοφόνων του δημοσιογράφου Ζεκή βέη, επικρίνοντας ιδιαίτερα τον Τσερκέζ Αχμέτ, δηλαδή τον άνθρωπο που του είχε επιτεθεί λίγους μήνες νωρίτερα.

Ο Μουσταφά Νουρή υπέβαλε έγγραφη διαμαρτυρία, την οποία συνυπέγραψαν Τούρκοι πρόκριτοι, αλλά και τρία μέλη του Πολιτικού Συνδέσμου, που εξέφραζε τα συμφέροντα της ελληνικής κοινότητας εν όψει των προσεχών οθωμανικών βουλευτικών εκλογών. Αυτοί οι τρεις ήταν οι Τσίρος, Παπαδόπουλος και Σγουρός. Ωστόσο, μετά τη δημοσιοποίηση του εγγράφου σε τουρκική εφημερίδα, ασκήθηκαν ποινικές διώξεις όχι κατά των επιτιθέμενων, αλλά κατά όσων είχαν υπογράψει το κείμενο διαμαρτυρίας, με την κατηγορία ότι «διέβαλαν τις Αρχές»!

Ο Μουσταφά Νουρή έγινε και πάλι στόχος απρόκλητης επίθεσης από δέκα Νεότουρκους αξιωματικούς το βράδυ της 2/15 Μαρτίου 1912, ενώ συζητούσε μαζί με τρεις ακόμα αντιπροσώπους της παράταξης «Ελευθερία και Συνεννόηση» στην αίθουσα του ξενοδοχείου Εμπεριάλ στην πόλη των Σερρών. Οι αστυνομικοί, όμως, αντί να συλλάβουν τους δράστες της επίθεσης προσήγαγαν στο Διοικητήριο και στη συνέχεια φυλάκισαν τα τέσσερα θύματα του ξυλοδαρμού!

Δυο μέρες μετά, ο Μουσταφά  Νουρή και οι τρεις ομοϊδεάτες του στάλθηκαν με αστυνομική επιτήρηση στη Θεσσαλονίκη και το ίδιο βράδυ αναχώρησαν, πάντα με τη συνοδεία αστυνομικών, με το αυστριακό ατμόπλοιο για την Κωνσταντινούπολη, προφανώς για να δικαστούν. Και κάπου εδώ χάνονται τα ίχνη του δυναμικού Τούρκου δικηγόρου των Σερρών, λίγους μήνες πριν την έναρξη των βαλκανικών πολέμων, που θα ανέτρεπαν το status quo στην ευρύτερη περιοχή. 

Η απονομή δικαιοσύνης στην περιοχή των Σερρών τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας

Τι γνωρίζουμε για τις συνθήκες απονομής δικαιοσύνης στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας (από τα μέσα του 19ου αιώνα έως το 1913) και για τα πρόσωπα που διαδραμάτισαν σχετικό ρόλο μέσα στις δικαστικές αίθουσες;

Ανατρέχοντας στον ελληνικό τύπο της εποχής –είτε στις εφημερίδες του ελεύθερου ελληνικού βασιλείου είτε σε ελληνόφωνες εφημερίδες της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Θεσσαλονίκης κλπ.– μέσα από τις επιστολές των Σερραίων αναδεικνύονταν κατά κύριο λόγο οι αυθαιρεσίες των τοπικών αρχόντων, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι επικρατούσε ένα γενικευμένο και διαχρονικό κλίμα ανομίας.

Σε μεγάλο βαθμό η αίσθηση της ασφάλειας δικαίου για το μέσο Σερραίο του 19ου αιώνα ποίκιλλε ανά εποχές και βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση αφενός με τα πρόσωπα που κατείχαν τα διάφορα πολιτικά και δικαστικά αξιώματα στην περιοχή και αφετέρου με την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών. Δεν μπορούμε ωστόσο να παραβλέψουμε και κάποιες περιπτώσεις απροκάλυπτων αδικιών κατά Ελλήνων κατοίκων των Σερρών είτε ως αποτέλεσμα κακής κρίσης είτε ως απόρροια ιδιοτελών συμφερόντων.

Το Δεκέμβριο του 1857 η αθηναϊκή εφημερίδα Αιών δημοσίευσε την από 22 Νοεμβρίου επιστολή Σερραίου, ο οποίος υπέγραφε λιτά με το αρχικό γράμμα Α. Στην επιστολή του ο Α. αναδείκνυε μια καταφανή αυθαιρεσία των Αρχών, που εκείνη την εποχή είχε ερμηνευτεί από την ελληνική κοινότητα της πόλης ως σκόπιμη μεροληψία σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού, πιθανότερα όμως επρόκειτο απλά για παράδειγμα κακής διαχείρισης.

Τι είχε συμβεί; Ύστερα από καταγγελία ενός Ισραηλίτη Σερραίου για κλοπή πήλινων αγγείων από την οικία του, οι αρχές ερεύνησαν το σπίτι ενός Χριστιανού της πόλης, στην κατοχή του οποίου βρέθηκε ένα πήλινο αγγείο που έμοιαζε με τα κλαπέντα. Χωρίς να έχει βρεθεί κάποιο άλλο από τα καταγγελλόμενα ως κλοπιμαία και παρότι το συγκεκριμένο αγγείο ήταν αρκετά συνηθισμένο (μιας και υπήρχαν πολλά παρόμοια στις Σέρρες εκείνη την εποχή), ο άνθρωπος αυτός συνελήφθη και φυλακίστηκε χωρίς άλλη διαδικασία.

Η λύση δόθηκε μόνο μετά από παρέμβαση του μητροπολίτη Σερρών Ιακώβου, ο οποίος μάζεψε όσα παρόμοια πήλινα αγγεία υπήρχαν στη Μητρόπολη, αλλά και ευρύτερα στην πόλη, τα έστειλε στην τοπική Διοίκηση και αντέτεινε ότι από τη στιγμή που στο χώρο της Μητρόπολης είχαν βρεθεί τόσα πολλά αγγεία όμοια με τα κλαπέντα, σύμφωνα με την κρίση της Αρχής θα έπρεπε ο ίδιος να θεωρηθεί περισσότερο ένοχος από τον συλληφθέντα και φυλακισθέντα, στο σπίτι του οποίου είχε βρεθεί μόνο ένα ίδιο αγγείο. Τελικά, ο φυλακισμένος Σερραίος αφέθηκε ελεύθερος να επιστρέψει στο σπίτι του!

Κάπως έτσι γινόταν η απονομή της δικαιοσύνης εκείνα τα χρόνια, στα μέσα του 19ου αιώνα. Δεν υπήρχαν οργανωμένα τακτικά δικαστήρια στην Οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά αρμόδιοι για κάθε υπόθεση ήταν ο τοπικός Καδής και το Μεζλήσι (κυβερνητικό δικαστήριο), που αποφάσιζαν με κριτήριο την ύπαρξη τουλάχιστον δύο μαρτύρων, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι κάλλιστα και ψευδομάρτυρες, αρκεί να υποστήριζαν την όποια κατηγορία.

Ο Α. περιέγραφε τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης και τη διακριτική μεταχείριση σε βάρος των αδύναμων –ιδίως αν αυτοί ήταν και Χριστιανοί στο θρήσκευμα– στην από 18 Ιανουαρίου 1858 επιστολή του στον Αιώνα:

«Κατηγορείται τις π.χ. διά φόνον· απαιτούνται δύο μάρτυρες, όπως αποδειχθή η ενοχή αυτού· ενάγεταί τις επί οφειλή χρημάτων, αρκούσι δύο μάρτυρες, όπως υποχρεωθή εις την απότισιν του απαιτουμένου ποσού, αν και πραγματικώς ουδέν οφείλη. Το περίεργον δε και λυπηρόν συνάμα είναι, ότι και επ’ αυτοφώρω αν συλληφθή τις κακουργών, δεν καταδιώκεται υπό της Αρχής, εάν δεν υπάρχη ο ενάγων. Εκ τούτου δ’ ευκόλως δύνασθε να φαντασθήτε, οποία τρομερά κακουργήματα μένουσιν ατιμώρητα, και τούτο, διότι ο μεν παθών, Χριστιανός σχεδόν πάντοτε, ή, αν ούτος ευρίσκηται ήδη εις την άλλην ζωήν, οι συγγενείς αυτού, δεν τολμώσι να καταδιώξωσι δικαστικώς τον κακουργήσαντα, φοβούμενοι μέλλουσαν καταδρομήν, και γινώσκοντες καλώς, ότι και αν καταδικασθή, ελαχίστη έσται η ποινή αυτού αναλόγως του κακουργήματος· η δ’ Αρχή, αν δεν υπάρχη νταβαζής, ως συνήθως λέγουσι, ποτέ δεν αναλαμβάνει αυτή αυθορμήτως την τιμωρίαν του εγκλήματος, διότι τοιούτοι είναι οι νόμοι οι διέποντες το Κράτος τούτο!».

 Μέσα σ’ ένα τέτοιο διάτρητο νομικό πλαίσιο μαρτυρείται από τον Α. ενδεικτικά η περίπτωση σημαντικού Οθωμανού, ο οποίος είχε δολοφονήσει ένα Χριστιανό στο Πράβι (σήμερα Ελευθερούπολη Καβάλας), αλλά αφέθηκε ελεύθερος μετά τη σύλληψή του, επειδή οι συγγενείς του νεκρού είχαν φοβηθεί να προσφύγουν στη δικαιοσύνη και να ζητήσουν την τιμωρία του δράστη.

Κι όταν όμως κάποιοι προσέφευγαν στις αρχές, δεν ήταν ασύνηθες φαινόμενο η δραπέτευση του καταδικασθέντα σε συνεργασία με τους φύλακες και τους ανώτερους αξιωματικούς των φυλακών, όπου κρατείτο, αρκεί ο δράστης να ήταν Τούρκος και το θύμα Χριστιανός. Ένα σχετικό περιστατικό ανέφερε ο Α. ότι είχε συμβεί σε χωριό της επαρχίας Ζίχνης, όπου ένας πατέρας μετά από πολλούς κόπους κατάφερε να εντοπίσει και να στείλει στη φυλακή το φονιά του γιου του, μόνο που ο δράσης μετά από λίγο καιρό «δραπέτευσε», ο δε πατέρας του θύματος πέθανε στη συνέχεια από τον καημό του!

Χαρακτηριστική περίπτωση ανομίας ήταν και η επόμενη υπόθεση, την ίδια περίπου περίοδο. Όλα ξεκίνησαν το Νοέμβριο του 1857, μετά το θάνατο ενός Χριστιανού στο Πετρίτσι. Ο θανών κατέλειπε νόμιμους κληρονόμους, βρέθηκε όμως ένας Οθωμανός κάτοικος της ίδιας περιοχής, ο οποίος προσέφυγε στον τοπικό καδή ισχυριζόμενος ότι ο αποβιώσας, όσο ζούσε, του είχε υποσχεθεί το 1/3 της περιουσίας του!

Για τους Οθωμανούς αποτελούσε συνήθη πρακτική η προβολή εξωφρενικά ψευδών ισχυρισμών, για την «απόδειξη» των οποίων αρκούσαν απλά οι καταθέσεις δύο ψευδομαρτύρων, ακόμη κι αν υπήρχαν έγγραφα (π.χ. μια διαθήκη), που καταμαρτυρούσαν το ακριβώς αντίθετο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αρχικά δεν βρέθηκαν οι απαραίτητοι ψευδομάρτυρες, ώστε ο καδής του Πετριτσίου δικαίωσε τους εναγόμενους/νόμιμους κληρονόμους του τεθνεώτα, στους οποίους επέδωσε και επίσημα την απόφασή του.

Αποφασισμένος όμως εκείνος να βάλει χέρι στην περιουσία του νεκρού, μπόρεσε τελικά να βρει δυο ψευδομάρτυρες και προσέφυγε στο Μεζλήσι των Σερρών, το οποίο αγνόησε παντελώς την απόφασή του καδή, την ανέτρεψε και υποχρέωσε τους νόμιμους κληρονόμους ν’ αποδώσουν στον προσφεύγοντα το ένα τρίτο της περιουσίας που είχαν κληρονομήσει!

Εξάλλου στα χρόνια της τουρκοκρατίας δεν ήταν λίγες οι καταγγελίες κατά αξιωματούχων, οι οποίοι έκαναν όποια τρέλα τους κατέβαινε στο κεφάλι, όμως οι ίδιοι έμεναν πάντα ατιμώρητοι και τελικά την πλήρωναν σχεδόν πάντα οι αθώοι κατόπιν πιέσεων.

Κάπως έτσι, τον Ιανουάριο του 1858 δυο κάτοικοι του χωριού Δράτσοβο (η σημερινή Λευκοθέα) οδηγήθηκαν στις φυλακές της Ζηλιάχοβας (η σημερινή Νέα Ζίχνη) για τον εμπρησμό ενός σπιτιού του χωριού. Στην πραγματικότητα, η οικία είχε πυρποληθεί από το μεθυσμένο κιρ-σιρδάρη της περιοχής, δηλαδή από τον επικεφαλής ενός σώματος ατάκτων με σκοπό θεωρητικά τη διατήρηση της ειρήνης και ασφάλειας στην επαρχία! Τους συλληφθέντες είχαν αναγκαστεί να υποδείξουν οι κάτοικοι του Δρατσόβου, δηλαδή οι συγχωριανοί τους, ως αποτέλεσμα πιέσεων και βίας. Ακόμη και ο προεστός του χωριού, που είχε κακοποιηθεί από τους άνδρες του κιρ-σιρδάρη, δεν στάθηκε δυνατό να ομολογήσει την αλήθεια στον επίτροπο που είχε στείλει ο μητροπολίτης Δράμας στην περιοχή, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση. Όσον αφορά τους δυο αθώους που οδηγήθηκαν στις φυλακές της Ζηλιάχοβας αναίτια, γνωρίζουμε ότι τελικά κατάφεραν ν’ αποφυλακιστούν προσωρινά, μόνο ύστερα από τη μεσολάβηση ενός Σερραίου εμπόρου.

Τα περιστατικά αυθαιρεσιών και ατιμωρησίας των κιρ-σιρδάρηδων, οι οποίοι αντί να πατάσσουν τη ληστεία μετατρέπονταν οι ίδιοι σε ληστές, αφθονούσαν εκείνα τα χρόνια. Ο ανταποκριτής του Αιώνα σχολίαζε δηκτικά την αδιαφορία του Διοικητή των Σερρών, ο οποίος «ασχολείται εις πολλώ σπουδαιότερα πράγματα· διερχόμενος δηλ. την αγοράν, και αν τις των χριστιανών λάβη την αφροσύνην να μη εγερθή της θέσεώς του, ενώ ούτος διέρχεται, λαμβάνει την ευτυχίαν να επισκεφθή την φυλακήν. Τούτο τωόντι συνέβη κατ’ αυτάς εις τινα συμπολίτη ημών. Ιδού λοιπόν νέος τρόπος του επιβάλλειν σέβας και αγάπην προς τους ανωτέρους, τον οποίον υμείς αυτόθι ουδέ φαντάζεσθε βεβαίως» (Αιών, 20.03.1858).

Ένα ακόμη εξοργιστικό περιστατικό ανομίας με αφορμή δήθεν την πρόθεση απονομή δικαιοσύνης την άνοιξη του 1858:

Ενώπιον του διοικητή Θεσσαλονίκης εκκρεμούσε η δικαστική διαμάχη μεταξύ των κληρονόμων ενός προκρίτου των Σερρών, ο οποίος είχε πεθάνει περίπου δυο χρόνια νωρίτερα χωρίς ν’ αφήσει απογόνους. Ο διοικητής της γειτονικής πόλης ζήτησε να έρθει σ’ επικοινωνία με τη χήρα του Σερραίου προκρίτου, η οποία όμως ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε να ταξιδέψει μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Ο διοικητής των Σερρών από την πλευρά του ζήτησε από γιατρούς της πόλης να την εξετάσουν και ν’ αποφανθούν σχετικά. Πράγματι, οι περισσότεροι επιβεβαίωσαν ότι η γυναίκα ήταν βαριά άρρωστη έως ετοιμοθάνατη και χρειαζόταν ανάπαυση. Μόνο ένας ψευδογιατρός είχε αντίθετη άποψη, υποστηρίζοντας ότι η αρρώστια ήταν προσποιητή. Ο διοικητής των Σερρών όμως πείστηκε ότι η γυναίκα έχαιρε άκρας υγείας, εμπιστευόμενος την κρίση του ενός και αγνοώντας τις διαγνώσεις όλων των άλλων. Κακήν κακώς εκείνη αναγκάστηκε να ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη, μόνο που στη διάρκεια του ταξιδιού... πέθανε! Ο διοικητής Θεσσαλονίκης διέταξε βέβαια τη σύλληψη και τη φυλάκιση του ψευδογιατρού, όμως το κακό είχε ήδη γίνει...

Ένας άλλος νόμος, που εφαρμοζόταν καταχρηστικά από τις οθωμανικές αρχές και μάλιστα μεροληπτικά σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού, ήταν αυτός για την κυκλοφορία στους δρόμους κατά τις νυχτερινές ώρες «μετά φανού», δηλαδή κρατώντας ένα φανάρι, όταν ο ηλεκτρισμός ήταν απλά ένα πολύ μακρινό όνειρο.

Οι ζαπτιέδες, όπως ονομάζονταν οι οθωμανοί αστυνομικοί, συχνά δεν έδειχναν κανένα έλεος, όπως συνέβη με τον πρώην δάσκαλο Δημήτριο Χρηστίδη, τον οποίο ξυλοκόπησαν και έριξαν στις φυλακές των Σερρών, επειδή είχε συλληφθεί να κυκλοφορεί χωρίς φανάρι μια νύχτα, τον Ιανουάριο του 1871. Οκτώ μέρες μετά τη σύλληψή του ο Χρηστίδης βρέθηκε πνιγμένος μέσα στο φρεάτιο του τότε Διοικητηρίου, ενώ ανακρίσεις για τις συνθήκες του θανάτου του ξεκίνησαν μόνο μετά από σειρά παραστάσεων του Έλληνα προξένου στις Σέρρες. Φαίνεται όμως ότι δεν οδήγησαν σε κάποιο απτό αποτέλεσμα και οι ένοχοι για το βίαιο θάνατο του πρώην δασκάλου ουδέποτε τιμωρήθηκαν –ή τουλάχιστον δεν μαρτυρείται σε κάποια πηγή η σύλληψη και τιμωρία τους.

Παράδειγμα μεροληπτικής εφαρμογής του νόμου για κυκλοφορία στους δρόμους «μετά φανού» αποτέλεσαν και οι αθρόες συλλήψεις φιλήσυχων Χριστιανών Σερραίων το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης του 1880, επειδή επέστρεφαν από την εκκλησία στα σπίτια τους χωρίς φανάρι!

Ένα παραπλήσιο καταγεγραμμένο συμβάν έλαβε χώρα στα τέλη Ιουνίου του 1884. Σύμφωνα με ανταπόκριση στο Νεολόγο Κωνσταντινουπόλεως (φύλλο της 05.07.1884), όταν ένας νεαρός Έλληνας Σερραίος, που είχε συλληφθεί να κυκλοφορεί το βράδυ χωρίς φανάρι, διαμαρτυρήθηκε στον υπαστυνόμο Μουσταφά εφέντη ότι και πολλοί Οθωμανοί κυκλοφορούσαν χωρίς φανάρι την ίδια ώρα, η απάντηση που πήρε ήταν ένα ανελέητο ξυλοκόπημα μπροστά στα μάτια των διερχομένων, προτού καταλήξει κι αυτός στη φυλακή!

Κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων περιστατικών, όπως εξιστορήθηκαν πιο πάνω, ήταν η αυθαιρεσία των τοπικών αρχόντων και των αστυνομικών, δηλαδή των φορέων της εκτελεστικής εξουσίας, οι οποίοι έμοιαζαν ανέλεγκτοι και άρα καθίσταντο ανεξέλεγκτοι.

Η οργάνωση και η διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης άλλαξε σταδιακά μετά τις σαρωτικές δικαστικές μεταρρυθμίσεις που εισήχθησαν επί σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης και εκσυγχρονισμού του μοντέλου διοίκησης με τα περίφημα Τανζιμάτ. Φαίνεται μάλιστα ότι αναφορικά με τους δικαστικούς λειτουργούς, όταν μια υπόθεση έφτανε στο δικαστήριο, υπήρχε μια –όχι απόλυτη, αλλά οπωσδήποτε– αυξημένη σχέση εμπιστοσύνης, κάτι που δεν ίσχυε στον ίδιο βαθμό και για το κατώτερο προσωπικό.

Η παραπάνω διαπίστωση συνάγεται από μια επιστολή Σερραίου, όπως δημοσιεύτηκε στο Νεολόγο Κωνσταντινουπόλεως στις 02.10.1882. Ο συντάκτης επαινούσε τους δικαστές, μεμφόμενος ωστόσο το κατώτερο προσωπικό των δικαστηρίων, ενώ εισηγούταν τη λύση, που κατά τη γνώμη του θα έλυνε το πρόβλημα: η απειλή της μετάθεσης, θεωρώντας ως πηγή του κακού τη μονιμότητα των υπαλλήλων. Έγραφε:

«Των εν τοις δικαστηρίοις τεταγμένων οι μεν ανώτεροι λειτουργοί φαίνονται καλώς τελούντες τα εαυτών καθήκοντα, οι δε κατώτεροι, γραμματείς κλπ. υπ’ ολιγωτέρας εμφορούνται προθυμίας, δι’ ο και τα εξ αυτών εξαρτώμενα έχουσιν εν πολλοίς κακώς. Αίτιον τούτου η μη μετάθεσις αυτών επί χρόνον πολύν, εν ω πάσα μετάθεσις δικαίως γινομένη καθίστησι  τους υπαλλήλους δικαιοτέρους και φιλοτιμοτέρους· ούτω δε παύουσι τα παράπονα των εις τα δικαστήρια προσερχομένων, και πάντες ευρίσκουσι τα δίκαια αυτών, ουχί σπανίως καταπατούμενα, και ευλογούσι το όνομα του άνακτος».

 Από την άλλη, η διαφθορά και η κατάχρηση εξουσίας δεν αποτελούσαν γνωρίσματα μόνο των Οθωμανών. Αρκετά χρόνια νωρίτερα, στις 17 Φεβρουαρίου 1870 η εφημερίδα Κωνσταντινούπολις είχε δημοσιεύσει επιστολή, στην οποία καταγγελλόταν ένας μη κατονομαζόμενος Χριστιανός Σερραίος, ο οποίος είχε διοριστεί παράνομα διερμηνέας στο Εμποροδικείο της πόλης, παρότι φερόταν ν’ αγνοεί την –απαραίτητη γι’ αυτήν τη θέση– τουρκική γλώσσα, και προβαίνοντας σε προφανή κατάχρηση εξουσιών ασκούσε τεράστια επιρροή στην εκδίκαση των υποθέσεων εκμεταλλευόμενος την απειρία του προέδρου του δικαστηρίου, με γνώμονα όχι την τήρηση των νόμων, αλλά τις ατομικές του συμπάθειες ή άλλα ιδιοτελή συμφέροντα.

..........................................................................................................................................

► Ένα παράδειγμα ανώτερου Οθωμανού δικαστικού λειτουργού με καλή φήμη φαίνεται ότι ήταν ο Αχμέτ βέης, ο οποίος το Σεπτέμβριο του 1885 ανέλαβε καθήκοντα ανακριτή στις Σέρρες, ενώ είχε ήδη κεκτημένη την καλή μαρτυρία χάρη στην πολυετή υπηρεσία του στο δικαστήριο της πόλης. Αυτό τουλάχιστον συνάγεται από ένα σύντομο έπαινο με αφορμή την ανάληψη των νέων του καθηκόντων, όπως δημοσιεύτηκε στην ελληνόφωνη εφημερίδα της Θεσσαλονίκης Φάρος της Μακεδονίας στις 14.09.1885.

► Στις 25.01.1886, στο Φάρο της Μακεδονίας δημοσιεύτηκε έπαινος προς τον πρόεδρο του Στρατοδικείου Σερρών, χιλίαρχο Αχμέτ εφένδη, ο οποίος «κινεί τον θαυμασμόν όλης της πόλεως ημών και της επαρχίας διά τε την εξιδιασμένην αυτού ικανότητα, και την διακρινομένη ομολογουμένως αυτού ευθυδικία», ώστε προβαλλόταν ως πρότυπο μίμησης.

Θετική κουβέντα επιφύλασσε το ίδιο δημοσίευμα και για τον πρόεδρο του Εμποροδικείου Σερρών, ο οποίος «χέει αείποτε φως εν ταις τυχόν εσκοτισμέναις υποθέσεσι και δικαιοσύνην εν ταις κρίσεσιν αυτού» σε αντιδιαστολή με τους προέδρους και αντιπροέδρους «των άλλων γνωστών τμημάτων του Δικαστηρίου Σερρών», για τους οποίους ο συντάκτης ευχόταν «βελτίωσιν».

 ► Σ’ αυτά ας προσθέσουμε έναν έπαινο και προς τον αντιπρόεδρο του ποινικού τμήματος του δικαστηρίου, Χαλήλ εφένδη, ο οποίος ήταν «εις των δραστηρίων υπαλλήλων και των γινοσκόντων καλώς την τε Ποινικήν Δικονομίαν και τους νόμους, ων την εφαρμογήν αυτών αείποτε επιδιώκει» (Φάρος της Μακεδονίας, 26.03.1886).

 ► Μιας και βρισκόμαστε στο 1886 και γίνεται περί δικαστικών λειτουργών ο λόγος, ένα ακόμη όνομα δικαστή: το Μάρτιο της χρονιάς αυτής νέος δημόσιος κατήγορος στην αντεισαγγελία των Σερρών τοποθετήθηκε ο Χουσνή εφένδης με καταγωγή από τη Λάρισα.

 ► Μια σημαντική εξέλιξη τον ίδιο μήνα (Μάρτιος 1886): το δικαστήριο της πόλης ανακοίνωσε ότι εφεξής θα επιτρεπόταν στους μη μουσουλμάνους και σε όσους αγνοούσαν την τουρκική γλώσσα να επιδίδουν σ’ αυτό έγγραφα γραμμένα στις δικές τους γλώσσες (ελληνικά, βουλγαρικά και γαλλικά για τους Ισραηλίτες), τα οποία στη συνέχεια θα μετέφραζε στα τουρκικά ο επίτιμος διερμηνέας της οθωμανικής κυβέρνησης, Χρ. Καρακόζης (ή ορθότερα Καραγκιόζης, κατά πάσα πιθανότητα ο μετέπειτα γνωστός δικηγόρος).

► Στο Νεολόγο Κωνσταντινουπόλεως της 04.06.1886 δημοσιεύτηκαν παράπονα κατά του καδή, ο οποίος απαιτούσε απ’ όσους Χριστιανούς είχαν δικαστικές διαφορές με Οθωμανό να εμφανίζουν ως μάρτυρες μόνο Οθωμανούς και όχι ομόθρησκούς τους!

 ► Στις 22 Ιουνίου/4 Ιουλίου 1892, ημέρα Κυριακή, πραγματοποιήθηκε η πανηγυρική θεμελίωση του νέου Διοικητηρίου των Σερρών. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εποχής (Νεολόγος Κωνσταντινουπόλεως 04/16.07.1892) η αγορά του γηπέδου για την ανέγερση του κτιρίου είχε κοστίσει 535 τουρκικές λίρες.

Τα εγκαίνια του κτιρίου πραγματοποιήθηκαν τον Αύγουστο του 1898 στα πλαίσια των εορτασμών για την επέτειο αναρρήσεως του σουλτάνου στο θρόνο. Το τηλεγράφημα, που ανακοίνωνε το γεγονός των εγκαινίων στο οθωμανικό υπουργείο Εσωτερικών, είχε ημερομηνία 19 Αυγούστου 1314 (σύμφωνα με το μουσουλμανικό ημερολόγιο).

Λέγεται ότι το Διοικητήριο, ένα από τα ωραιότερα και λίγα σωζόμενα κτίρια της οθωμανικής περιόδου, είχε σχεδιάσει ο σπουδαίος Έλληνας αρχιτέκτονας Ξενοφών Παιονίδης από τη Χαλκιδική. Φιλοξένησε τα δικαστήρια των Σερρών μέχρι το 1960, οπότε έγινε η μετεγκατάστασή τους στο κτίριο των παλιών φυλακών, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα.

 ► Στις 25.06.1893 ο Νεολόγος Κωνσταντινουπόλεως ενημέρωνε ότι νέος αντεισαγγελέας του Πρωτοδικείου Σερρών είχε διοριστεί ο Ριζκουλλάχ εφέντης, μετατιθέμενος από την Τρίπολη της Συρίας (σήμερα Λιβάνου).

 ► Σε μια σπάνια κίνηση ενδελεχούς έρευνας, το Δεκέμβριο του 1896 το οθωμανικό υπουργείο Δικαιοσύνης διέταξε τη διενέργεια επί τόπου ανακρίσεων μετά από τη διατύπωση παραπόνων κατά του εισαγγελέα του δικαστηρίου Σερρών.

 ► Στην εφημερίδα Κωνσταντινούπολις της 12.06.1901 διαβάζουμε ότι «Ο δικαστικός επιθεωρητής των νομών Αδριανουπόλεως και Θεσσαλονίκης ανεκοίνωσεν αρμοδίως την ανάγκην της ανεγέρσεως εκ νέου των φυλακών Σερρών ένεκα του ετοιμορρόπου, του στενοχώρου και του ανθυγιεινού των παλαιών».

Στην πραγματικότητα, οι προεργασίες για την ανέγερση νέων φυλακών στις Σέρρες είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Ο ερευνητής Emre Kolay εντόπισε στα αρχεία της Κωνσταντινούπολης στοιχεία που αποκαλύπτουν ότι για πρώτη φορά είχε ζητηθεί να γίνει προσδιορισμός αρχιτεκτονικού διαγωνισμού και σύνταξη προϋπολογισμού για την εκτέλεση του έργου στις 17 Ιουνίου 1899. Η ανέγερση των φυλακών ωστόσο θα ξεκινούσε μόλις το Μάρτιο του 1907· η κατασκευή τους ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, η δε μεταφορά των κρατουμένων πραγματοποιήθηκε μόλις στις 2 Μαΐου 1908.

 ► Διορισμοί νέων δικαστικών λειτουργών σε διάφορα δικαστήρια του σαντζακιού των Σερρών τον Ιούνιο του 1903:

- στο Μελένικο πρόεδρος του Πρωτοδικείου διορίστηκε ο Αλή Ριζά εφέντης και αντεισαγγελέας ο Αλή Βαχρή εφέντης·

- στη Ζίχνη νέος πρόεδρος του Πρωτοδικείου τοποθετήθηκε ο Χαφίζ Μεχμέδ εφέντης·

- νέος πρόεδρος του Πρωτοδικείου του Δεμίρ Ισσάρ ορίστηκε ο μέχρι πρότινος α΄ ανακριτής του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Νεκιγιουδδίν.

 ► Το Μάρτιο του 1908, ένα μέλος του ποινικού δικαστηρίου των Σερρών, ο Σαμουήλ εφέντη Ισραήλ, αρραβωνιάστηκε την κόρη του αντισυνταγματάρχη Ναχούμ βέη, Εστέρ. Από το όνομα συνάγεται ότι ο δικαστής είχε ισραηλιτική καταγωγή, η οποία φαίνεται ότι εκείνη την περίοδο δεν αποτελούσε εμπόδιο για ένα δικαστικό λειτουργό στην οθωμανική αυτοκρατορία.

 ► Στις αρχές του 1910, οι δικαστικές και οι πολιτικές αρχές των Σερρών υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους διαμαρτυρόμενοι για τη συμπεριφορά του υποπρόξενου της Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη.

Τι είχε συμβεί; Στη 1/14 Ιανουαρίου ο υποπρόξενος είχε έρθει στις Σέρρες προσκομίζοντας έγγραφη διαταγή του νομάρχη Θεσσαλονίκης με σκοπό να παραλάβει ένα Γερμανό υπήκοο, παρότι γεννηθέντα στο Λουξεμβούργο, κάποιον Leon Ruspert, ο οποίος εργαζόταν στις Σέρρες ως βαφέας κτιρίων και δυο μέρες νωρίτερα είχε τραυματίσει σοβαρά τον αστυνομικό Ισμαήλ εφέντη με όπλο.

Το συμβάν είχε λάβει χώρα στην οικία του δράστη, την ώρα που η αστυνομία τον ανέκρινε για τη δολοφονία κάποιου Αλέξανδρου εφέντη στη Νιγρίτα. Ωστόσο ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του αστυνομικού που εξόργισε τους Τούρκους της πόλης. Διοργανώθηκε συλλαλητήριο διαμαρτυρίας, ενώ η παραίτηση των δικαστικών και των υπόλοιπων πολιτικών αρχών αποτέλεσε το αποκορύφωμα, που απέτρεψε τελικά την παράδοση του δράστη στο γερμανικό προξενείο.

H δίκη του Leon Ruspet πραγματοποιήθηκε στο Κακουργιοδικείο Σερρών λίγες μέρες αργότερα, στις 9/22 Φεβρουαρίου 1910, οπότε ο Γερμανός υπήκοος καταδικάστηκε σε φυλάκιση τεσσάρων ετών. Καταγγέλθηκε ωστόσο ότι δεν είχε προηγηθεί η –απαραίτητη και εκ του διεθνούς δικαίου απορρέουσα– σχετική ειδοποίηση από τις αρχές, ώστε στη δίκη του δεν παρέστη κάποιος αντιπρόσωπος του γενικού γερμανικού προξενείου της Θεσσαλονίκης ούτε έστω ο Γεώργιος Ζλάτκος, ο οποίος εκτός από υποπρόξενος της Αυστροουγγαρίας στις Σέρρες αντιπροσώπευε επίσης τα συμφέροντα των Γερμανών υπηκόων στην περιοχή και διαμαρτυρήθηκε επίσημα γι’ αυτήν την όχι και τόσο αθώα παράλειψη.

 ► Την εποχή εκείνη, πρόεδρος του Ποινικού Πρωτοδικείου Σερρών ήταν ο Ασάφ βέης. Σύμφωνα με την εφημερίδα Αστήρ της Θεσσαλονίκης (15.01.1910) ήταν ένας άνδρας «τιμιωτάτου και ακεραίου χαρακτήρος, επί πλέον δε νομομαθέστατος» και εκτελούσε «μετά προθυμίας και άκρως επιμελημένης αόκνου εργασίας τα προς την Δικαιοσύνην καθήκοντα».

Στον αντίποδα ο πρόεδρος του Πολιτικού Δικαστηρίου των Σερρών, ο Χαζίμ εφέντης, «όστις παν άλλο ή το καθήκον πράττει», συγκαταλεγόταν σ’ εκείνους τους υπαλλήλους της οθωμανικής κυβέρνησης, οι οποίοι εξακολουθούσαν «την παλαιάν των τέχνην μεταχειριζόμενοι ως κόσκινο, εις το οποίον καθορίζεται όχι η Δικαιοσύνη και η Ισότητα, αλλ’ η ραθυμία, αμέλεια και όλα εκείνα τα μελανά χαρακτηριστικά της απολυταρχικής αποτροπαίου εποχής», υπονοώντας την περίοδο πριν την επανάσταση των Νεότουρκων.

Μάλιστα ο συντάκτης ζητούσε από την αρμόδια επιτροπή να εκκαθαρίσει «τοιούτους ανοικτούς ακόμη λογαριασμούς της αυθαιρέτου απολυταρχίας, τοσούτω μάλλον, καθ’ όσον, ως μανθάνομεν αμφότερα τα Πρωτοδικεία των Σερρών, άπερ υπάγονται κατ’ έφεσιν εν τη πόλει μας [σ.σ. τη Θεσσαλονίκη], πρόκειται να χρησιμοποιηθώσι και ως Εφετεία των πρωτοδίκων εν Σέρραις αποφάσεων».

 ► Στο μεταξύ, από ένα δημοσίευμα της εφημερίδας Αστήρ της Θεσσαλονίκης την ίδια περίοδο (αρχές 1910) μαθαίνουμε ότι ένας από τους δικαστές του Πρωτοδικείου Σερρών ήταν και ο «διαπρεπής» Χρ. Γεωργιάδης, ο «πλείστας υπηρεσίας παρασχών και τω Κράτει και τω Γένει ημών».

Σίγουρα υπήρχαν και άλλοι Έλληνες δικαστές στην περιοχή των Σερρών, όμως δεν είναι εύκολος ο εντοπισμός των ονομάτων τους. Ο πιο γνωστός είναι ο Αριστείδης Οικονομίδης, ο οποίος φέρεται να έγινε δικαστής γύρω στα 1892 και αποτέλεσε τον πρώτο κρίκο μιας οικογένειας νομικών, που ασχολούνται με τη δικηγορία μέχρι σήμερα.

Εξάλλου γνωρίζουμε ότι τουλάχιστον ένας από τους παρέδρους στο Εμποροδικείο Σερρών τις παραμονές των βαλκανικών πολέμων ήταν Έλληνας και ονομαζόταν Δ. Τσολακίδης.



Γελοιογραφίες και σκίτσα του δεύτερου βαλκανικού πολέμου στον ελληνικό και ξένο τύπο

Όπως και στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41, έτσι και σχεδόν τρεις δεκαετίες νωρίτερα, την περίοδο των βαλκανικών πολέμων του 1912-13 οι γελοιογραφίες αποτελούσαν ένα σημαντικό μέσο αποτύπωσης του γενικού λαϊκού ενθουσιασμού για τον πανηγυρισμό των εθνικών νικών στο πεδίο του πολέμου και την ταπείνωση του εχθρού –με όρους υπερβολής πάντα, η οποία βρίσκεται στο πυρήνα κάθε επιτυχημένης γελοιογραφίας.

Ειδικά στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο, αγαπημένος στόχος των Ελλήνων γελοιογράφων ήταν ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος και... η μύτη του! Ακολουθεί μια ενδεικτική συλλογή:


εφημερίδα Πατρίς, 26 Ιουνίου 1913


εφημερίδα Πατρίς, 8 Ιουλίου 1913


εφημερίδα Καιροί, 11 Ιουλίου 1913

εφημερίδα Πατρίς, 12 Ιουλίου 1913


εφημερίδα Καιροί, 14 Ιουλίου 1913



περιοδικό Ελλάς, 25 Ιουλίου 1913


περιοδικό Ελλάς, 28 Ιουλίου 1913


εφημερίδα Καιροί, 29 Ιουλίου 1913

εφημερίδα Καιροί, 30 Ιουλίου 1913

περιοδικό Ελλάς, 1 Αυγούστου 1913

εφημερίδα Καιροί, 10 Αυγούστου 1913


περιοδικό Ελλάς, 11 Αυγούστου 1913


περιοδικό Ελλάς, 15 Αυγούστου 1913

Ορισμένοι γελοιογράφοι έβαλαν στο στόχαστρό τους και τον ανταποκριτή των βρετανικών Times, Τζέιμς Μπάουτσερ, ο οποίος ήταν γνωστός για τις φιλοβουλγαρικές ανταποκρίσεις του από το πεδίο των μαχών.

εφημερίδα Εστία, 28 Ιουνίου 1913


εφημερίδα Εστία, 3 Ιουλίου 1913


περιοδικό Ελλάς, 18 Ιουλίου 1913


«Προφητικές» ικανότητες είχαν δύο γελοιογραφίες του Γ. Μαυριλάκου (Noir) στους Καιρούς, ο οποίος στις 26 Μαΐου 1913 προέβλεψε το ξέσπασμα πολέμου μεταξύ των έως τότε συμμάχων, αλλά και το νικηφόρο αποτέλεσμα για τον ελληνικό στρατό την πρώτη κιόλας μέρα των συγκρούσεων στις 16 Ιουνίου.

εφημερίδα Καιροί, 26 Μαΐου 1913


εφημερίδα Καιροί, 16 Ιουνίου 1913


Άλλες γελοιογραφίες που αποτύπωναν τη νικηφόρο προέλαση του ελληνικού στρατού και την υποχώρηση του βουλγαρικού (μια ενδεικτική συλλογή):

εφημερίδα Καιροί, 24 Ιουνίου 1913


εφημερίδα Σκριπ, 30 Ιουνίου 1913


εφημερίδα Σκριπ, 2 Ιουλίου 1913


εφημερίδα Πατρίς, 3 Ιουλίου 1913


εφημερίδα Καιροί, 8 Ιουλίου 1913


εφημερίδα Σκριπ, 22 Ιουλίου 1913

Με έντονο σερραϊκό ενδιαφέρον ήταν η γελοιογραφία που δημοσίευσε η εφημερίδα Πατρίς στις 23 Ιουλίου 1913 σχολιάζοντας τις καταγγελίες για αρπαγές αντικειμένων από τα σπίτια Σερραίων από Βούλγαρους αξιωματούχους μετά από επίσκεψη και διαμονή του διαδόχου του βουλγαρικού θρόνου, Βόρις, στην πόλη των Σερρών κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής.


Παράλληλα με τις καρικατούρες, η νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού στην ανατολική Μακεδονία ενέπνευσε και σκίτσα που εν είδει ρεπορτάζ (υπό ευρεία έννοια) αποτύπωναν με σχέδια τις συγκρούσεις επί του πεδίου των μαχών. Μια συλλογή τέτοιων σκίτσων, αναφορικά με την καταστροφή της Νιγρίτας και τις μάχες στην ευρύτερη περιοχή των Σερρών, όπως δημοσιεύτηκαν σε ελληνικά έντυπα της εποχής:

περιοδικό Ελλάς, 27 Ιουνίου 1913


περιοδικό Ελλάς, 30 Ιουνίου 1913


Ελεγεία στην καταστραφείσα πόλη των Σερρών δημοσίευσε η ελληνική, σατιρική εφημερίδα Εμπρός Κωνσταντινουπόλεως στις 13 Ιουλίου 1913:


Όμως τα γεγονότα του δεύτερου βαλκανικού πολέμου ενέπνευσαν και ξένους σκιτσογράφους, οι οποίοι –με περίσσεια δόση φαντασίας– ασχολήθηκαν μεταξύ άλλων και με την καταστροφή της Νιγρίτας και των Σερρών.

Η μάχη της Νιγρίτας σύμφωνα με το σκιτσογράφο της εφημερίδας Globe (Σίδνεϊ, Αυστραλία), 19 Ιουλίου 1913 (ν.η.)  

Η καταστροφή της Νιγρίτας, όπως απεικονίστηκε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας La Domenica del Corriere (Μιλάνο, Ιταλία) και εν συνεχεία αναπαράχθηκε και στον ελληνικό τύπο από την εφημερίδα Αθήναι και το περιοδικό Η Εικονογραφημένη

«Η θηριωδία των Σερρών. Σφαγές και λεηλασίες», η λεζάντα που συνόδευε το σκίτσο στην πρώτη σελίδα της αυστριακής Illustrierte Kronen Zeitung στις 17 Ιουλίου 1913 (ν.η.). 





Εισαγωγή

  Σκοπός της παρούσας έρευνας δεν είναι η συγγραφή της Ιστορίας, αλλά: - α. Η εξοικείωση με τη ζωή στην περιοχή που σήμερα ορίζεται γεωγρ...